Επιστροφή στην HOME PAGE



 
 
ΤΕΜΠΕΛΗΣ ΨΑΡΕΜΑΤΟΣ
-ΤΕΣΣΕΡΑ ΣΥΡΤΑΡΙΑ ΑΠΟ ΕΙΔΙΚΟ ΑΝΘΕΚΤΙΚΟ ΞΥΛΟ ,ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΕΤΑΦΟΡΑ,ΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΤΗΡΙ ΤΟΥ ΚΑΛΑΜΙΟΥ ΠΡΟΣΑΡΜΟΣΜΕΝΟ ΣΤΟ ΚΑΛΑΜΙ ΣΑΣ,ΒΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΤΗΡΙΞΗ ΤΟΥ ΚΑΛΑΜΙΟΥ .
ΘΕΣΗ ΣΤΗΡΙΞΕΙΣ ΟΜΠΡΕΛΑΣ.
ΕΓΓΥΗΣΗ  ΜΙΑ ΖΩΗ.
 
ΤΙΜΗ 350 €
 
ΑΠΙΚΟ ΜΕ ΜΟΥΛΙΝΕ

 

Στα βαθιά νερά των μόλων και των λιμανιών, το πρώτο πράγμα που πρέπει να θυμόμαστε είναι πως δεν ψαρεύουμε ποτέ έναν τόπο που το βάθος του είναι μεγαλύτερο ή ακόμα και ίσο με το μήκος του καλαμιού που διαθέτουμε. Επειδή, όμως, όλοι οι τόποι δεν έχουν το ίδιο βάθος πρέπει να έχουμε στη διάθεσή μας περισσότερα από ένα καλάμια μεγάλου μήκους στο ψάρεμα απίκο. Υπάρχει βέβαια και η λύση του μουλινέ...

Απίκο... με μουλινέ!

Για να ψαρέψουμε απίκο σε οποιοδήποτε βάθος, χρειαζόμαστε έναν μηχανισμό, ένα καλάμι τριών μέτρων, το οποίο δεν χρειάζεται να είναι κατασκευασμένο από γραφίτη, αλλά από άνθρακα, ενώ τo action θα μας προσδιορίσει και την σκληρότητά του. Οσο πιο μεγάλο action έχει τόσο το καλύτερο για το συγκεκριμένο είδος ψαρέματος. Στο εμπόριο υπάρχουν καλάμια με action βαριδιού στα 350 gr, αυτά δηλαδή που χρειαζόμαστε. Ο βαθμός κυρτότητάς τους είναι ελάχιστος, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε πως πρόκειται να ψαρέψουμε σε μεγαλύτερα βάθη, που σημαίνει ότι η αδράνεια που θα προκληθεί από το βαρίδι και το ψάρι, θα είναι μεγαλύτερη από τον κλασικό τρόπο ψαρέματος από την ακτή.

Η βάση που έχουμε για το κανονικό ψάρεμα απίκο είναι αυτή που χρειαζόμαστε και στο ψάρεμα αυτό. Εδώ όμως θα πρέπει να προσέξουμε κάτι πολύ βασικό. Ο μηχανισμός του καλαμιού θα πρέπει να πέφτει έξω από το ημικυκλικό στήριγμα της βάσης. Ετσι το καλάμι, θα «ζυγίζει» καλύτερα. Με λίγα λόγια θα πρέπει να αγοράσουμε καλάμι, ανάλογα με τη βάση που έχουμε. Είναι πολύ σημαντική αυτή η παρατήρηση, επειδή το στυλ αυτό του ψαρέματος παρουσιάζει αρκετές ιδιαιτερότητες. Εκτός αν προτιμάτε να το κρατάτε στο χέρι, όπως κάνουν πολλοί.

Στο καλάμι μας θα πρέπει να φορέσουμε ένα μηχανισμό τύπου casting. Η ταχύτητά του να μην ξεπερνά τον λόγο 5/1 και να ρυθμίζονται τα φρένα από το μπροστινό μέρος του, έτσι ώστε να μας δίνει «χέρι». Πριν αγοράσουμε το μηχανισμό θα πρέπει να ελέγξουμε αν επάνω και στις δύο μπομπίνες του (την κύρια και την εφεδρική), υπάρχει το ειδικό clip, στήριξης της πετονιάς. Οσον αφορά τις πετονιές που θα χρησιμοποιήσουμε, πρέπει να έχουν υψηλές αντοχές και να είναι προδιαγραφών IGFA. Μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε αγκίστρι ή σαλαγκιά. Αγκίστρι εμείς χρησιμοποιούμε Νο3 ή Νο 4, ενώ αν σας αρέσει να ψαρεύετε με σαλαγκιές, μη χρησιμοποιήσετε τα μεγάλα νούμερα, όσο μεγάλα κι αν είναι τα ψάρια που υπάρχουν από κάτω.

Το μεγαλύτερο νούμερο σαλαγκιάς δεν θα πρέπει σε καμιά περίπτωση να ξεπερνάει το No 8, ή το No 6 για όσους χρησιμοποιούν σαλαγκιές VMC. Το προτεινόμενο νούμερο είναι το 10, λαμβάνοντας υπόψη μας ότι όσο πιο μικρή είναι η σαλαγκιά, τόσο πιο ανθεκτικά είναι τα αρπάδια της. Το δόλωμα δεν θα πρέπει να μας προβληματίζει. Χρησιμοποιούμε ζύμη για τις σαλαγκιές και σκουλήκια ζωντανά ή νωπά για τ αγκίστρια.

Απίκο... με μουλινέ!

Η αρματωσιά μας δεν έχει ιδιαιτερότητες σε σχέση με τη γνωστή μας αρματωσιά. Τα μόνα που αλλάζουν είναι τα νούμερα των πετονιών: μάνα 0,40 mm και παράμαλλο 0,30 mm. Για να πατώσει στα γρήγορα, θα πρέπει να βάλουμε στο τέλος της πετονιάς της μάνας -εκεί που αυτή, θα «δέσει» με το παράμαλλο διαμέσου ενός στριφταριού- ένα περαστό κυλινδρικό βαριδάκι No 4.

Μετρήσεις βάθους
Πρόκειται για μια διαδικασία που θα πρέπει να γίνεται κάθε φορά που ρίχνουμε την αρματωσιά μας μέσα στο νερό. Ξεχνάμε τους γνωστούς σφαιρικούς βυθομετρητές που χρησιμοποιούμε στο κλασικό απίκο ψάρεμα και κατασκευάζουμε ένα δικό μας. Θα χρειαστούμε ένα μικρό κομμάτι μολυβιού πλακέ με βάρος πιο μεγάλο από το βαρίδι της αρματωσιάς μας.

Μια πετονιά No 28 mm που θα πρέπει να είναι λεπτότερη από τη λεπτότερη πετονιά τού παράμαλλου, έτσι ώστε αν κολλήσει κάτω στον πυθμένα, μ ένα τράβηγμα να σπάσει και το μόνο που θα χάσουμε τότε, θα είναι απλά ο βυθομετρητής, ενώ η αρματωσιά μας θα μείνει άθικτη. Τέλος δύο μικρά «δαγκωτά» βαριδάκια, που το ένα είναι μετακινούμενο και το άλλο σταθερό.

Βάζουμε το ένα αρπάδι της σαλαγκιάς μας ή των αγκιστριών στην μικρή πάνω θηλιά και σπρώχνουμε το μικρό βαριδάκι προς τα πάνω, έτσι ώστε να «αγκαλιάσει» η πετονιά το αρπάδι.

Η απόσταση των δύο βαριδιών θα πρέπει να είναι 8 εκατοστά, όσο δηλαδή χρειάζεται η σαλαγκιά να απέχει από τον πυθμένα. Ρίχνουμε μέσα στο νερό την αρματωσιά μέσω του μηχανισμού κι εκεί που θα βρούμε την «κόντρα» του βυθομετρητή, σταματάμε τη λειτουργία του (του μηχανισμού). Ανεβάζουμε λίγο κι εκεί που επιθυμούμε να ψαρέψουν τα αγκίστρια μας, «στοπάρουμε» την πετονιά, βάζοντάς την μέσα στο ειδικό clip της μπομπίνας.

Στη συνέχεια, ανεβάζουμε την αρματωσιά μας, χωρίς να την απασφαλίσουμε από το clip, γιατί θα χάσουμε τη σωστή θέση. Με τον τρόπο αυτόν, ανεβάζουμε το βυθομετρητή μας, για να τον ξαναχρησιμοποιήσουμε την επόμενη φορά. Ξαναρίχνουμε χωρίς τον βυθομετρητή και ξεκινάμε το ψάρεμα μας.

Πριν ξεκινήσουμε το ψάρεμα, δεν πρέπει να ξεχάσουμε να προρυθμίσουμε τα φρένα στην αντοχή της πετονιάς του παράμαλλου. Αυτό πραγματοποιείται κρατώντας την άκρη του παράμαλλου από το αγκίστρι, γιατί αν τα ρυθμίσουμε κρατώντας την πετονιά της μάνας, σε κάποια οριακή περίπτωση θα μας κοπεί το παράμαλλο, αφού η προρύθμιση έγινε με βάση την πετονιά της μάνας.

Η αρματωσιά μας τώρα ψαρεύει στη σωστή της θέση. Οταν θα θελήσουμε ν ανανεώσουμε το δόλωμά μας ή αν φέρνουμε κάποιο ψάρι, απασφαλίζουμε την πετονιά από το clip της μπομπίνας και μαζεύουμε κανονικά με το μηχανισμό.

Σε αυτό το είδος ψαρέματος δεν χρειάζεται να έχουμε φελλό ή καρτελάκι, ειδικά αν το βάθος που ψαρεύουμε είναι μεγάλο. Αν το βάθος είναι σχετικά μικρό και ψαρεύουμε νύχτα, μπορούμε να βάλουμε στην κορυφή της μύτης «ξαπλωτά» ένα φιαλίδιο sialum, τίποτε άλλο.

Οταν δούμε κάποια περίεργη κίνηση στο χημικό φως, όσο ανεπαίσθητη κι αν είναι, αρχίζουμε να λεβάρουμε όρθιοι σταθερά και ποτέ καθιστοί. Σηκώνουμε το καλάμι μας και κάνουμε τις ίδιες κινήσεις που κάνουμε, σαν να ψαρεύουμε casting.

ΝΙΚΟΣ ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ

 

ΑΠΙΚΟ                 ΤΟΥ  ΚΩΣΤΑ ΚΩΤΣΟΠΟΥΛΟΥ

ΚΑΛΑΜΙ ΑΠΙΚΟ ΜΕ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟ

 

. Ο χειμωνας μας εχει αλαξει τα γουστα και αναλωνωμαστε σε ψαρεματα καστινγκ. ματς(εγγλεζικο) και ότι αλλο μας κατεβει στο μυαλο. Όμως ο καθενας μας εχει την αγαπημενη του τεχνικη .Τις αγαπω ολες και τις ψαρευω  η δικη μου όμως τρελα είναι το απικο σε ολες του τις μορφες.
 
 
Η ΙΔΕΑ
 
Από την Τετάρτη μιλούσαμε με τους φίλους  της παρέας για μια κοντινη εξόρμηση την Κυριακη .Η οικονομικη κριση ομως εχει επηρεασει ολον τον κοσμο ετσι πλεον  και εμεις σκεφτομαστε  τα πολλα εξοδα ενος ταξιδιου.Ομως  και ο χειμωνας  που μας κανει τα τερτιπια του πολλες φορες  και με βροχες απροσμενες μας χαλαει το ψαρεμα,γιαυτο το λογο καθημερινά εβλεπα  τον καιρό για το πώς θα εξελιχθεί ετσι  ώστε να  πάνε  όλα καλά και αποδοτικά στο ψάρεμα μου . Είχα περίπου δυο μήνες να ψαρέψω απίκο και όπως καταλαβαίνεται η όρεξη ήταν μεγάλη και η διάθεση στα ύψη . Οι προτάσεις ήταν πολλές όμως καταληξα σε έναν όμορφο γνωστό  τόπο και όχι μακρια από την Αθηνα με πολλές επιλογές τεχνικών ψαρέματος .Προορισμός  λοιπόν   ήταν το ομορφο Λαυριο καμια πενηνταρια χιλιομετρα από την Αθηνα και πολύ ευκολα (ειδικα από την αττικη οδο). Τα τηλεφωνα επεσαν στον φιλο τον Γιαννη στα Σπατα για παρεα και τα νεα ηταν χαρμοσυνα. Παμε μου ειπε θα παρω και τον Ακη (γιος του Γιαννη)ο καιρος από το ΜΕΤΕΟ δειχνει καλος και από καποια παιδια που ψαρεψαν εγγλεζικο οι πληροφοριες που εχω είναι πως εχει καλα ψαρια , όμως τρωνε στα βαθια γιατι στα ρηχα τα νερα με τους βοριαδες των τελευταιων ημερων είναι πολυ καθαρα.
 
ΠΡΟΜΗΘΕΙΕΣ
 
Ο καλος ο νυκοκυρης ομως πριν πεινασει μαγειρευει , λεει η ελληνικη παροιμια. Γιαυτο και εγω υπολογιζοντας τον καιρο και την χειμωνια που θα ερχοταν ειχα παρει πριν από καιρο από το καθαρισμα διχτιων ενός καικιου αρκετα κιλα σαρδελα . Την εχω  αλεσει και την εβαλα κιλο κιλο στον καταψυκτη μου ετσι εχω λυσει το θεμα του δολωματος όταν αποφασιζω να παω για απικο, μαλαγρα αρκετη από το καθαρισμα της σαρδελας σε ενα τενεκε  και γενικα ελεγχος για τυχον άλλες ελειψεις .Η τριμενη φρυγανια και το λαδι είναι παντα στο αυτοκινητο. Ελεγχος στα καλαμια ,αλαγμα  πετονιες , δεσιμο παραμαλα με καινουριες πετονιες (fluorocarbon) και μετρημα σε ιδιο  μηκος (για να μην χανουμε χρονο αν κατι κοπει) και ετσι γλυτωνω ξανα  τις  βυθομετρησεις  που τρομαζουν τα ψαρια . Σκεφθηκα όμως τον Γιαννη που μου ειπε πως εχει ψαρια αλλα τρωνε στα βαθια ,για το λογο αυτό μπηκε στο αυτοκινητο και το απικο με μηχανισμο.Ενα καλαμι  6.50 μετρων που το εχω μετατρεψει βαζοντας του βαση μηχανισμου και οδηγους για περιπτωσεις μεγαλου βαθους .Ετσι γλυτωνω από τα περιτα βαρη ενός πολύ μακριου καλαμιου, και το κουμανταρισμα του στον αερα που καποιες φορες μας ταλαιπωρει  το χειμωνα .
 
ΣΥΝΘΗΚΕΣ  ΚΑΙ ΑΝΙΧΝΕΥΣΗ  ΤΟΠΟΥ
 
Ετσι μετα από σαραντα λεπτα διαδρομης  περιπου αντικρυσαμε την γαλανη και το μακρονησι απεναντι μας.Στο αρκετά μεγάλο λιμάνι του Λαυριου άδειο πλέον από τα καλοκαιρινά σκάφη σου παρέχεται η άνεση να καθίσεις όπου θέλεις ,και να ψαρέψει  ο καθενας με την τεχνική που του αρέσει . Όμως εγω ειχα παει για απικο .Έτσι λοιπόν άρχισα μια γρήγορη εξερεύνηση του τόπου  . Τα  νερά ήταν καθαρα  αρα σωστες ηταν οι πληροφοριες που ειχαμε . Ενα ελαφρύ αεράκι ίσα που κατσάρωνε την θάλασσα  ήταν ότι καλύτερο  για μένα που θα  ψάρευα απίκο . Όμως στα ρηχά σημεία δεν συναντούσα  θηράματα και αρχισα την ερευνα  από ακρη σε ακρη του μόλου ,οποτε σε καποιο σημειο βλέπω από κάποια απόσταση καλους κέφαλους και σαλπες να γλύφουν στη άκρη του ντοκου . Όμως ειδα και κάτι που με έκανε   επιφυλακτικό , αρκετα  πιο μέσα  κυνηγάρικα  έκαναν τις βουτιές τους κυνηγώντας την λεία τους . Τελικό συμπέρασμα λοιπόν ήταν να ψαρέψω όσο μπορούσα πιο κοντά στον μόλο για να αποφύγω τα κυνηγάρικα και γιατί κοντά στον μόλο τα ψαριά έχουν και τις κρυψώνες τους όποτε πιστευα οτι θα είχα μεγαλύτερη επιτυχία  . Το βαθος υπολογιζοντας από το νέο λιμανι ηταν πανω από 10 μετρα οποτε η επιλογη ηταν  καλάμι με μηχανισμό.
 
ΤΟ ΨΑΡΕΜΑ
 

Αφου επελεξα το σημειο που θα καθομουν αρχισα το στήσιμο της βάσης μου που έγινε με όση πιο ησυχία  μπορούσα και πίσω από την άκρη του μόλου (περίπου 2 μέτρα )για να μην προδίδω  όπως είπαμε την παρουσία μου στα ψάρια στα καθαρα νερα . Κατέβασα το καλάμι με  τον μηχανισμό το άνοιξα  και έστριψα την βάση μου λοξά με τον μόλο βγάζοντας τα πρώτα στοιχεία  του καλαμιού μου περίπου 4-50 μέτρα έξω από το τελείωμα του ντοκου και βαζοντας το λιγο αερακι στην πλατη μου . Άρα θα ψάρευα πολύ κοντά στον μόλο χωρίς να με προβληματίσει το βάθος γιατί το πρόβλημα λυνόταν με τον μηχανισμό .Με 30 άρα μάνα και 28 αρι παράμαλλο αόρατο έστησα την αρματωσιά μου που όμως προτίμησα να της βάλω αγκίστρι  1/0 μακρυκοτσανο (Aberdeen) και όχι σαλαγγια  γιατί τα ψάρια που ειδα ήταν αρκετά σεβαστά σε μέγεθος  .Η βυθομέτρηση  μου έδειξε 10 μέτρα όμως για να κατεβάζω πάντα στο σωστό βάθος την αρματωσιά μου  έκανα το εξής . Έδεσα ένα κομμάτι νήμα πάνω στη μάνα (σαν  στοπερ  του εγγλεζικου) και το έσυρα στην άκρη του μηχανισμού μου ( κοντά στο πικ απ ) έτσι όταν κατέβασα την αρματωσιά μου και  το στοπερ έφτανε στον μηχανισμό είχα το επιθυμητό βάθος  της μέτρησης , σφίγγοντας  λοιπον την πεταλούδα της ρύθμισης της βάσης μου  το θεμα της βυθομέτρησης είχε τελειώσει.  Όμως  έπρεπε να ψάξω και το βυθό γιαυτο κάνοντας δεξιά και αριστερά το καλάμι μου και πατώντας τον βυθομετρητη μου στο βυθό  έψαξα μήπως είχα διαφορετικά βάθη από το σημείο που θα ψάρευα   . Το βάθος ήταν ίδιο και αυτό ήταν καλό   γιατί το φάσμα του βυθού ήταν ίσιο και  χωρίς σκαμπανεβάσματα  όποτε  και η μαλάγρα μου θα εστρωνε πολύ καλύτερα στο βυθο και θα προσελκυε τα ψαρια . Επόμενος έλεγχος τα ρεύματα . Κατεβάζοντας  σκέτη την αρματωσιά μου  θα παρατηρουσα μήπως στρίψει δεξιά η αριστερά  από τυχόν ρεύματα ,και ο λόγος  είναι να μην μου παρασύρει την μαλάγρα μου μακριά από το σημείο που θα την εριχνα και έτσι θα έχανα τα θηράματα  από το σημείο που θα ψαρευα . Η αρματωσια εμεινε ακινητη δειχνοντας μου πως δεν υπηρχαν ρευματα . Όλα καλα λοιπον  .Έριξα την μαλάγρα μου   πίσω από την μύτη του καλαμιού μου και κοντά στον ντόκο και ξεκίνησα να φτιάξω δόλωμα δίνοντας το χρόνο στην μαλάγρα μου να δουλέψει και τα ψαρια να δοκιμασουν το εδεσμα που θα τους προσφερα . Το ταπερ   με την αλεσμένη  σαρδέλα βγηκε  άρχισε να  πέφτει μέσα η φρυγανια και το σπορελαιο  ξεκινωντας το ζυμωμα .Με προσοχη παντα στην ποσοτητα  της φρυγανιάς μου και το ανάλογο σπορέλαιο κάνοντας το ζυμάρι μου μαλακό γιατί απευθυνόμουν σε κεφαλους και όπως ειδα μεγάλους .Ετσι τελειωσε και η διαδικασια της ζυμης . Τελευταιες προμηθειες (γιατι  όταν καθεσαι για απικο και τρωνε  τα ψαρια δυσκολα σηκωνεσαι) το ταπερ του καφε και νερο. Οι  πρώτες  δολωσιες  έπεσαν  μες στο νερό χωρίς να πάρω τσιμπιά  και σε  σύντομα χρονικά διαστήματα  άφηνα δόλωμα στο βυθό για να δοκιμάσουν τα ψάρια  το έδεσμα που τους έφτιαξα. Σαρδελα που αναδυε την πλουσια μυρωδια και γευση της .Η επόμενη δολωσια  και πλούσια σε ζυμάρι έδωσε τα πρώτα δείγματα ψαριών  στην ευαισθητη μυτη του καλαμιου όμως  με πολύ διακριτικά τσιμπήματα κεφαλου και δείγμα  καλου ψαριου . Στην επόμενη τσιμπιά κάρφωσα και το καλάμι κύρτωσε μαρτυρώντας το μέγεθος του ψαριού . Ανέβασα με την μανιβέλα του μηχανισμού την αρματωσιά  έως ένα σημείο και σήκωσα το καλάμι μου . Το μεγάλο αγκίστρι είχε διαπεράσει το στόμα του και έβγαινε από το επάνω μέρος πιάνοντας το ψάρι καλά χωρίς τον φόβο να ξαγκιστρωθεί και να το χάσω .  Ο πρωτος  κέφαλος σεβαστού μεγέθους  μπηκε  στον κιούρτο μου . Το σκηνικό επαναλήφθηκε αρκετές φορές ακόμη με τα ίδια μεγέθη ψαριών . Κεφαλοι αρκετά καλοι όμως όχι και πολύ μεγαλοι για  τους ψαρεψω με αγγιστρι , παραλληλα  όμως κατι περιεργα αποτομα σπαρισια τσιμπηματα (περιεργο αυτην την εποχη) με πονηρεψαν γιαυτο και εβαλα παραμαλο με σαλαγγια νο 8 .Η σκεψη μου όμως ηταν στα πονηρα τσιμπηματα η μηπως ηταν κατι άλλο.? Κάποια στιγμή  τα τσιμπήματα  εκοψαν τελειως υπεθεσα  ότι  τα ψαρια που ειχα κατω από το καλαμι μου κινησαν την προσοχη κάποιου κυνηγάρικου και  έκανε την εμφάνιση του .  Πινωντας μια γουλια καφε (στο πουθενα και χωρις να εχω την προσοχη μου στο καλαμι μου για δεπτερολεπτα ) ενοιωσα το χτυπημα στην ακρη του καλαμιου και ασυναισθητα καρφωσα . Η κοντρα που ενοιωσα μαρτυρουσε από τα κεφαλια που εκανε πως δεν ηταν κεφαλος .Μια σαλπα

που με πολύ μαχητικοτητα τραβουσε μια δεξια και μια αριστερα κανοντας την υστατη προσπαθεια να φυγει από την σαλαγγια μου τελικα βγηκε στη στερια. Ακινησια στη μυτη του καλαμιου και συμπερασμα πως η σαλπα τα εδιωξε όλα από κατω με την φασαρια που δημιουργησε. Ξανα και ξανα δολωμα και τσιμπια καμια .Αυτο ηταν ειπαμε με το φιλο το Γιαννη .Ετσι όπως προηγουμενως λιγο τρεμουλο στην μυτη του καλαμιου και καρφωμα ασυναισθητα . Άλλη μια σαλπα μας εκανε την τιμη να παραδοθει και αυτή μετα από την μαχη της για την ζωη. Τα ψαρια ηταν αρκετα ,μην ειμαστε και αχαριστοι,όμως χωρις να το καταλαβουμε η ωρα ειχε φτασει

μια το μεσημερι και ο μικρος Ακης ο γιος του Γιαννη που μας εκανε παρεα (εκολαπτομενος απικας) αρχισε να διαμαρτυρεται,επρεπε λοιπον να τα μαζευουμε για το σπιτι.Μια Κυριακατικη ψαρευτικη βολτα εφτανε στο τελος της αφηνοντας μας

ένα χαμογελο και ευχαριστηση από αρκετα ψαρια . Το Λαυριο μας αποζημιωσε με το παραπανω .Ομως και το καλαμι με το μηχανισμο με αποζημιωσε λυνοντας μου τα χερια όταν οι σαλπες εκαναν κεφαλια και ειχα την ανεση να τους δωσω οση πετονια

χρειαζοταν ώστε να μην κοψουν το παραμαλο .Σκεφθηται ποσο βοηθαει λοιπον σε πιο μεγαλο θηραμα .

 

ΚΑΛΑΜΙ BARBARA
 

Για την ιστορια θα αναφερθουμε σε ένα καλαμι απικο με την ονομασια μπαρμπαρα .

Οι γειτονες μας οι Ιταλοι το ειχαν επινοησει πριν καποια χρονια . Καλαμι απικο με μηχανισμο που ειχαν τοποθετησει οδηγους,( η ένα κιτ καλαμιου), που τρυπωντας το καλαμι περνουσε νημα ντακρον 8-12 λιμπρες από μεσα και δεν ειχε μπερδεματα.

Επισης τα στοιχεια των καλαμιων ειχαν ειδικη κατασκευη να μπαινουν το ένα στο άλλο και να μακραινουν η να κοντενουν τα καλαμια τους Ομως εδώ εδώ ειχαν άλλο προβλημα . Η τριβη του ντακρον χαραζε εσωτερικα τα στοιχοια .Γιαυτο προτιμησαν καλαμια με εξωτερικους οδηγους . Τα καλαμια που χρησιμοποιουνται περισοτερο είναι από 5 εως 7 μετρα μηκος .Αυτη λοιπον η τεχνικη μπορει να κανει θαυματα και να μας δωσει μεγαλα θηραματα που με ένα σταθερο καλαμι θα ηταν χαμενα

 

 

 

 

 
Παράλληλα με την  βυθομέτρηση κάνουμε έλεγχο και γύρω από το σημείο που θα ψαρέψουμε  κατεβάζοντας τον  βυθομετρητη μας  δεξιά και αριστερά για να δούμε αν ο βυθός  είναι ίδιος  και σε άλλα σημεία πιο δίπλα μας  έτσι καταλαβαίνουμε την διαμόρφωση του μέρους ψαρεύουμε

 

Αν ο τόπος έχει ρεύματα και καλά θηράματα  και πρέπει να ψαρέψουμε εκεί είναι προτιμότερο να μην πέσει μαλάγρα  γιατί θα μας  παρασύρει τα ψάρια και θα τα χάσουμε από την ψαρευτρα μας .  

 
 

 

Αν αντιληφθούμε μεγάλα θηράματα( προσωπική άποψη ) προτιμότερο είναι το μεγάλο αγκίστρι από την σαλαγγια  γιατί καρφώνοντας το θήραμα οι πιθανότητες απαγκίστρωσης είναι μηδαμινές

 
 

Το καλαμι με μηχανισμο μας βοηθαει σε μεγαλα βαθη ,αλλα παραληλα και με την πετονια που εχει το μοτερ εχουμε την ανεση να δωσουμε στο θηραμα αβαντα ώστε να το κουρασουμε και να μην το χασουμε

 

Δεν αφηνουμε τα φρενα του μοτερ πολύ λασκα γιατι με το φευγιο του το θηραμα θα μας τρομαξει τα υπολοιπα και θα χασουμε το κοπαδι . Τα σφιγγουμε υπολογιζοντας

την πετονια περιπου στα ορια της ,οποτε το ψαρι να παρει αν χρειαστει και να μην τα κοψει

 
 

ΨΑΡΕΜΑ ΜΕ ΦΕΛΛΟΥΣ ΣΤΟΝ ΑΦΡΟ

 

Το ψάρεμα με φελλούς στον αφρό είναι ένα είδος ψαρέματος το οποίο άρχισε σιγά σιγά να εγκαταλείπεται από τους νέους ψαράδες. Οι λόγοι που οδηγούν σε αυτό το αποτέλεσμα πολλοί και διάφοροι. Από την μια οι νέοι ψαράδες επικεντρώνονται κυρίως σε εντυπωσιακά ψαρέματα τα οποία απαιτούν σύγχρονο εξοπλισμό και κυνηγούν μεγάλα και εντυπωσιακά ψάρια και από την άλλη το μεράκι για ψάρεμα έχει εκτοπιστεί από τους γρήγορους ρυθμούς της σημερινής ζωής οι οποίοι ελαχιστοποιούν τον ελεύθερο χρόνο των ερασιτεχνών ψαράδων για να ασχοληθούν με παραδοσιακά ψαρέματα τα οποία απαιτούν χειροποίητο καλομελετημένο εξοπλισμό και χρόνο για την κατασκευή του εξοπλισμού.

Το ψάρεμα με φελλούς στον αφρό δεν πάει να είναι ένα είδος ψαρέματος το οποίο μπορεί να αποδώσει εκπληκτικά αποτελέσματα και κυρίως σε ψάρια που δύσκολο πιάνονται με άλλα εργαλεία όπως είναι τα δίχτυα και τα παραγάδια. Μεγάλες μελάνες, λίτσες γόπες και άλλα αφρόψαρα αποτελούν μερικά από τα ψάρια που ψαρεύονται με αυτή τη μέθοδο.

Θέλοντας να μάθουμε περισσότερες πληροφορίες για αυτό το είδος ψαρέματος πλησιάσαμε ένα πραγματικό μάστορα του είδους, ίσως τον πιο γνωστό ψαρά με φελλούς στην Λεμεσό τον κ.Μετζαβοριάν Καραπέτ. Ο κ. Καραπέτ είναι 81 χρονών σήμερα και παρά κάποια προβλήματα υγείας που τον ταλαιπωρούν συνεχίζει να εφαρμόζει παραδοσιακές μεθόδους ψαρέματος και να κατασκευάζει μόνος του τον εξοπλισμό μου. Με ένα μικρό φουσκωτό έχει μάθει την θάλασσα της Λεμεσού από άκρη σε άκρη και ξέρει ακριβώς που να κινηθεί για εφαρμόσει τα ψαρέματα του. Από νεαρή ηλικία έμαθε τα μυστικά του ψαρέματος από τον πατέρα του τον οποίο και ακολουθούσε στο ψάρεμα. Αργότερα το μεράκι του για ψάρεμα και η παρατηρητικότητα του τον ώθησαν να δημιουργήσει διάφορες κατασκευές για ψάρεμα . Μία ηλεκτρονική καθετή για ψάρεμα χάνων σε μεγάλο βάθος είναι μία από τις αγαπημένες του εφευρέσεις. Χρησιμοποιώντας εξαρτήματα πλυντηρίων και κάποια σύνεργα ψαρικής αυτή η μικρή καθετή του επέτρεπε να ψαρεύει επιτυχώς χάνους σε 50-60 μέτρα βάθος. Μεγάλη σημασία έδινε και στις σαγλαντζιές για χταπόδια. Όλες χειροποίητες ήταν ειδικά κατασκευασμένες για το ψάρεμα χταποδιού σε διάφορα βάθη. Εκείνο που παρατήρησα από την κουβέντα μου με τον κ. Καραπετ ήταν ότι έδινε πρώτιστη σημασία στην ασφάλεια του και μετά στην επιτυχία του ψαρέματος. Έτσι όλες του οι δημιουργίες ήταν κατασκευασμένες για να ψαρεύουν επιτυχώς αλλά και για να του προσφέρουν όσο το δυνατό μεγαλύτερη ασφάλεια.

Για να επιστρέψουμε όμως στο θέμα μας ο κ. Καραπέτ κατασκευάζει τους φελλούς του από πολυστερίνη πάχους 3 cm και διαμέτρου 10 cm. Έχει από μόνος κατασκευάσει τα σύνεργα του για να μπορεί να κάνει όσο το δυνατό καλύτερα σύνεργα ψαρικής. Μάλιστα όπως μας ομολόγησε απολαμβάνει την διαδικασία κατασκευής ειδών ψαρικής περισσότερο και από το ίδιο το ψάρεμα.

Πώς να κατασκευάσετε τους δικούς σας φελλούς

  1. Καταρχήν θα χρειαστείτε ένα κομμάτι πολυστερίνης όπου το πάχος του θα είναι 3 εκατοστά.
  2. Με ένα στρογγυλό αντικείμενο χαράσσουμε και κόβουμε την πολυστερίνη σε κύκλο με διάμετρο 10 εκατοστών.
  3. Χαράσσουμε με ένα μαχαιράκι περιμετρικά και στο κέντρο του τοιχώματος την πολυστερίνη.
  4. Εκεί όπου έχουμε χαράξει περνάμε ένα λεπτό σύρμα από χαλκό και με την βοήθεια μίας πένσας το σφίγγουμε σε σημείο που να μην μπορεί να φύγει το σύρμα από την πολυστερίνη.
  5. Με το μαχαιράκι μας χαράσσουμε λίγο την πολυστερίνη σε ένα σημείο μεταξύ της πάνω και κάτω πλευράς του σύρματος για να μπορούμε να περάσουμε το παράμαλλο μας.
  6. Περνάμε 3 παράμαλλα και αφήνουμε ίσες αποστάσεις μεταξύ τους.
  7. Τα παράμαλλα μας πρέπει να είναι μήκους 5-6 εκατοστών.
  8. Τοποθετούμε αγκίστρια Νο 14-16
  9. Με ένα γυαλόχαρτο καθαρίζουμε καλά τις γωνιές του κύκλου μας για να του δώσουμε λεία εμφάνιση.

Τεχνική ψαρέματος

Σημαντικό στο ψάρεμα με φελλούς είναι να γνωρίζουμε ένα περίπου που κινούνται τα αφρόψαρα. Θα χρειαστούμε δύο μπουκάλια του νερού βαμμένα με κόκκινο χρώμα τα οποία θα μας βοηθήσουν να σηματοδοτήσουμε τον τόπο εκκίνησης και τερματισμού των φελλών μας. Αν θέλουμε μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε και δύο μικρές σημαδούρες.

Σημαντικό επίσης είναι να βλέπουμε τα ρεύματα και να υπολογίζουμε σε ποια κατεύθυνση θα κινηθούν οι φελλοί μας. Αν το ρεύμα είναι δυνατό καλύτερα είναι να χρησιμοποιήσουμε ποιο λίγους φελλούς για να μπορούμε να τους ελέγχουμε.

Το δόλωμα μας είναι άσπρο σιταρένιο ψωμί όπου θα χρησιμοποιήσουμε την ψίχα κομμένη σε τετράγωνα κομματάκια πάχους 1 εκ.

Ξεκινάμε λοιπόν αφήνοντας πρώτα το κόκκινο μπουκάλι με ένα κομμάτι σχοινί και κάποιο βάρος όπου θα χρησιμεύσει σαν σημείο εκκίνησης. Ακολουθώντας μία ευθεία πορεία αφήνουμε κάθε 6-7 μέτρα ένα φελλό δολωμένο με ψωμί στο νερό. Καλό θα ήταν αν χρησιμοποιούσαμε πολύ μικρά διαμελισμένα κομματάκια από ψωμί σαν πασμό κοντά στα δολώματα μας για να προσελκύσουμε τα ψάρια.

Όταν ρίξουμε και τον τελευταίο φελλό στο νερό αφήνουμε και το δεύτερο μπουκάλι όπου σηματοδοτεί τον χώρο τερματισμού. Ξέρουμε ότι μεταξύ των δύο μπουκαλιών έχουμε τοποθετήσει 15 φελλούς. Αρχίζουμε λοιπόν σιγά σιγά να επιστρέφουμε προς τον χώρο εκκίνησης για να ελέγξουμε τον πρώτο φελλό. Αν κατά την διαδρομή μας εκεί διαπιστώσουμε ότι κάποιοι από τους φελλούς έπιασαν ψάρι μπορούμε να τους πλησιάσουμε και να τους ελέγξουμε. Αλλά καλό είναι να έχουμε εφεδρικούς δολωμένους φελλούς και αν κάποιος έπιασε ψάρι τον σηκώνουμε τον βάζουμε στην βάρκα και τον αντικαθιστούμε με ένα άλλο για να μην χάσουμε την σειρά τους.

Αν παρατηρήσετε τον φελλό να ταξιδεύει εκτός ρεύματος αυτό σημαίνει ότι κάποιο μελανούρι έχει πιαστεί στο αγκίστρι σας , αν όμως διαπιστώσετε ότι ο φελλός βυθίζεται και επανέρχεται στην επιφάνεια αυτό σημαίνει ότι πιθανό κάποια μεγάλη μελάνα, γόπα ή κάποια λίτσα έχουν πιαστεί στα αγκίστρια σας.

Αυτό το ψάρεμα θέλει υπομονή και όρεξη. Πολλές είναι οι φορές που θυμάται ο κ. Καραπέτ όπου στο ίδιο σημείο φορτωνόταν τεράστιες μελάνες την μία μέρα και την άλλη μέρα δεν υπήρχαν ούτε για δείγμα. ‘Αν γνώριζα πότε θα τσιμπήσει το ψάρι τότε τα πράγματα θα ήταν εύκολα,. Αυτά τα ψάρια κινούνται σε αγέλες και ποτέ δεν ξέρει τι θα σου τύχει.' Αυτά τα γεμάτα εμπειρία λόγια του κ. Καραπέτ λένε πολλά. Τον ευχαριστούμε που μοιράστηκε μαζί μας τα μυστικά του ψαρέματος που ξόδεψε χρόνια ολόκληρα για να τα μάθει. Κλείνοντας θα θέλαμε να σας μεταφέρουμε και ένα παράπονο του κ. Καραπέτ.

Το μεγάλο του παράπονο είναι όσο ο κόσμος που ασχολείτε με το ψάρεμα μεγαλώνει τόσο χάνεται και ο σεβασμός μεταξύ των ανθρώπων μέσα στο νερό. Τα ψάρια τα βρίσκεις παντού τον σεβασμό όμως δύσκολα . Εκείνο που ζητά από τους νέους ανθρώπους που ασχολούνται με την θάλασσα είναι πρώτα να είναι προσεχτικοί και δεύτερον να σέβονται τους άλλους ψαράδες μέσα στο νερό.

 

 
ΨΑΡΕΜΑΤΑ (Ζοκάκι Ψάρια - Αντιδράσεις - Κατηγορίες)    
ΑΠΟ  WWW.PETRAN.GR
 

Καταρχήν να συστηθώ. Με λένε Πέτρο και η δουλειά μου είναι να πουλάω καλάμια ψαρέματος. Προφανώς λοιπόν, η σχέση με το πολύ απλό εργαλείο, τη ρόδα (καρούλι) ήταν κακή και απαξιωτική. Ίσως έφταιγε η υπερεκτίμησή μου για τα πλεονεκτήματα των καλαμιών και από την άλλη έχοντας στο μυαλό μου τις δεκάδες ρόδες απλωμένες στους μόλους, δημιουργώντας μια πραγματική κατάληψη. Υπήρχαν όμως κάποιοι άνθρωποι με μια δυο ρόδες το πολύ, αθόρυβοι, σε μέρη που ούτε θα φανταζόταν κανείς ότι έχει ψάρια, κρατώντας τη λεπτή και καλής ποιότητας πετονιά στο χέρι. Με καρούλι γυαλισμένο, χωρίς το παραμικρό γρέζι, να βγάζουν ψάρια από το πουθενά, γνωρίζοντας κάθε φορά τι έχει τσιμπήσει και πώς πρέπει να αντιδράσουν σε κάθε τσίμπημα. Διαλέγουν με προσοχή το δόλωμα, την εποχή και την ώρα, τις φάσεις του φεγγαριού, το κατάλληλο αγκίστρι, το σωστό δέσιμο και το διαφορετικό μαλάγρωμα για να μαζέψουν τα ψάρια. Το παραπλανητικό ψιλόκοκο μαλάγρωμα αφρού απαραίτητο, για να παρασύρουν τα γοπάκια, τα μπαλαδάκια, τις καλόγριες, που δεν άφηναν το δόλωμά τους να κατέβει στο βυθό σωστά. Η γνώση της αντοχής των υλικών είναι απαραίτητη, ώστε να μπορούν να ψαρέψουν, να σκάσουν και να βγάλουν στον αφρό ένα μεγάλο ψάρι, να το βάλουν στην απόχη με το ένα χέρι, χωρίς να τρομάξει το κοπάδι από κάτω.

Η μαλάγρα

Το μαλάγρωμα της κάθε περιοχής διαφέρει. Τα βασικά συστατικά είναι ανάλογα με το βυθό και τι ψάρια θέλουμε να προσελκύσουμε. Υλικά που κυριαρχούν είναι τα μύδια και η σαρδέλα, αλλά στην ουσία τίποτα δεν πάει χαμένο. Όσο πιο πονηρά είναι τα ψάρια που θέλουμε να προσελκύσουμε, τόσο πιο επίμονα μαλάγρα πρέπει να ρίξουμε. Τα ψάρια έχουν αίσθηση του χρόνου και το επανειλημμένο μαλάγρωμα την ίδια ώρα της ημέρας φέρνει πολύ καλό αποτέλεσμα μετά από μερικές μέρες. Τα ψάρια δεν έχουν γεύση, έχουν όσφρηση! Θετική η χρήση βυθιζόμενων λαδιών σε ζελέ που απλώνουν πολύ αργά στο βυθό. Κάποια αδρανή υλικά όπως η άμμος για τις γάτες ή το ψιλό χαλικάκι για ενυδρεία, θα βοηθήσουν να σταθεροποιηθεί η μαλάγρα μας στο ίδιο μέρος. Τα μικρόψαρα που θα φέρει είναι η εγγύηση ότι μετά από λίγο, μεγαλύτερα θηράματα θα επισκεφτούν το δόλωμά μας άφοβα. Αγκίστρια χρησιμοποιούμε ανάλογα με το μέγεθος του δολώματος και το στόμα των ψαριών που θέλουμε να πιάσουμε. Για καβούρι και ερημίτη βάζουμε Νο 0,2-0,4. Για σάλπες που έχουν μικρό στόμα και ρουφάνε το δόλωμα, Νο 6. Για σαργούς Νο 3-4. Όλα τα σπαροειδή και οι σαργοί κάνουν σχεδόν το ίδιο τσίμπημα. Μπουκώνουν το δόλωμα με γερές δαγκωνιές με τα σκληρά τους δόντια που είναι συνηθισμένα να σπάνε μικρά οστρακόδερμα. Όταν νιώσουμε τα δόντια τους να χτυπούν 2-3 φορές πάνω στο αγκίστρι, καρφώνουμε ελαφρά με μια κίνηση όχι μεγαλύτερη από 15-20cm ώστε και από το στόμα να του το πάρουμε και να έχει το χρόνο να ξαναορμήσει στο δόλωμά μας. Όταν το δόλωμά μας είναι σκληρό (κόκκινο άγριο, μάνα, μεγάλο κομμάτι φαραώ) και το τσίμπημα νιώθουμε ότι είναι από μικρό ψάρι (σπαράκι, σαργουδάκι, γύλο), το αφήνουμε ώστε να προσελκύσει με την κινητικότητά του κάτι μεγαλύτερο. Αυτό με τη σειρά του ξεθαρεμένο ότι το τρώνε τα μικρά, ορμάει άφοβα, τα διώχνει και το καταπίνει για να μην του το πάρουν. Την ίδια τεχνική χρησιμοποιούμε όταν το ζοκάκι μας έχει σκαλώσει αλλά έχει επάνω υπολείμματα τροφής. Αφήνουμε τους σπάρους και τους γύλους να το ξεσκαλώσουν με τα χτυπήματά τους. Η τσιπούρα αντίθετα με τους σαργούς, πολύ πιο πονηρή, πιάνει το δόλωμα με τα μπροστινά δόντια και τα χείλη της και το μόνο σημάδι που βλέπουμε στην πετονιά μας είναι το ελαφρύ μάζεμα της κοιλιάς της μάνας. Η αίσθηση που δίνει στο χέρι είναι σαν τα δυο δάχτυλά μας, ο δείκτης και ο αντίχειρας να πιάνουν σταθερά το αγκίστρι πιέζοντας «υπόκωφα» το δόλωμά μας. Τότε το ψάρι θέλει κάρφωμα δυνατά και σταθερό μάζεμα, ώστε να μην προλάβει να βάλει κεφάλι κάτω και στρίψει προς τα βράχια ή τα βαθιά. Βλέποντας να βγαίνουν μεγάλα ψάρια από 1-2 kg έως τη μεγαλύτερη της χρονιάς, 4.200kgr, συνειδητοποίησα ότι όλα αυτά τα τσιμπήματα δεν θα τα είχα αισθανθεί ποτέ σε καλάμι με μαϊμουδάκια, κουδουνάκια και όλα τα μπιχλιμπίδα που έχουμε μάθει να βάζουμε σαν ειδοποιητές. Αυτό το μεγάλο ψάρι που το στόμα του χώραγε άνετα ένα μεγάλο μανταρίνι, είχε πάρει στα δόντια του ένα καβούρι πράσινο δολωμένο σε 4.0 owner 50044, το είχε λιώσει χωρίς να τραβήξει παραπάνω από τα 10 cm μπόσικα που είχε η πετονιά. Στο κάρφωμα αγκιστρώθηκε πολύ σταθερά μέσα από το δεξί χείλος του. Στα 20 ψάρια τα 19 καταπίνουν το δόλωμα ώστε να καρφωθούν μόνα τους από το μέσα μέρος του στόματος. Το ίδιο σχεδόν τσίμπημα κάνει η στήρα. Ρουφάει το δόλωμα, κλείνει το στόμα, καρφώνεται μόνη της και τραβάει να κρυφτεί στο θαλάμι της. Τα αφρόψαρα γενικά, κοκάλια, σαβρίδια, αλλά και τα λαβρακόπουλα, χτυπάνε κοντά στην επιφάνεια. Βάζουμε πολύ μικρό μολυβάκι και δόλωμα καραβιδάκι ή γαρίδα ζωντανή. Με την άνωση που έχει το δόλωμα, το ρεύμα και η ελαφριά κίνηση που κάνουμε μαζεύοντας σιγά σιγά τη ρόδα μας, τα ενθαρρύνει να χτυπούν με νεύρο και να φεύγουν προς τα βαθιά. Πολλές φορές ενώ περιμένουμε να πατώσει το ζοκάκι μας, αυτό τεντώνει την πετονιά χωρίς ιδιαίτερο σπαρτάρισμα. Σταθερά τότε πρέπει να καρφώσουμε δυνατά και με μεγάλες χεριές, τραβώντας αν είναι δυνατόν το σώμα μας προς τα πίσω, μαζεύοντας τα μπόσικα της πετονιάς από τον αφρό για να σιγουρέψουμε το κάρφωμα. Αυτά τα ψάρια που συνήθωςπαίρνουν το δόλωμα στο στόμα τους, κλείνουν τα χείλη τους και φεύγουν δεξιά αριστερά, είναι τα λαβράκια και προς το πέλαγος τα σαβρίδια, τα κοκάλια, οι λίτσες. Η σάλπα είναι από τα πιο εύκολα ψάρια που έρχονται γρήγορα και πολλά στη μαλάγρα μας. Ζει σε μεγάλα κοπάδια και είναι πανφάγο! Μέσα στο στομάχι της βρίσκουμε μεγάλη ποσότητα από χόρτα αλλά πιάνεται και σε αμερικάνικο, ακροβάτη, καραβίδα, καβούρι, σκαλτσίνι. Κάποιοι τις ψαρεύουν με πορτοκάλι ή μανταρίνι ελλείψει άλλων δολωμάτων. Το τσίμπημά της είναι χαρακτηριστικό. Ένα παρατεταμένο τρεμούλιασμα και εκείνη τη στιγμή θέλει να κατεβάσουμε το χέρι μας το πολύ 5-6 cm, δίνοντάς της το περιθώριο να μπουκώσει καλά το δόλωμα και αμέσως το ίδιο κάρφωμα πολύ σιγανό αλλά σταθερό. Χαρακτηριστικό της είναι ότι αν δεν την τρομάξουμε ξαναπάει στο αγκίστρι μας ακόμα κι αν τα υπολείμματα δολώματος που έχουν μείνει πάνω είναι μικρά. Επειδή πολλές φορές κοπαδιάζουν μαζί με τις σάλπες σαργοί, τσιπούρες και κυρίως ούγενες, έχουμε πάντα στο μυαλό μας και τα χέρια μας σε ετοιμότητα μήπως νιώσουμε το ξεχωριστό τους βαρύ τσίμπημα. Εκεί δεν αφήνουμε λάσκα αλλά καρφώνουμε αμέσως. Δύο άλλα ψάρια που θέλουν τον ίδιο χειρισμό είναι η μουρμούρα και το μπαρμπούνι. Οι βυθοί που βοσκάνε έχουν άμμο ή λασποτραγάνα. Βοηθάει πάρα πολύ να «χτυπήσουμε» το μολύβι μας μια δυο φορές στο βυθό. Η λίγη θολούρα που θα σηκώσει θα τα κάνει να ορμήσουν και να καταπιούν λαίμαργα το δόλωμά μας. Το μπαρμπούνι ειδικά είναι πολύ μαχητικό και δίνει την αίσθηση πολύ μεγαλύτερου ψαριού για το μέγεθός του. Έχουν βγει κατά καιρούς αξιόλογα πετρομπάρμπουνα κυρίως στις αρχές της άνοιξης. Η σκορπίνα ρουφάει το δόλωμα και με νευρικά χτυπήματα προσπαθεί να ξαναγυρίσει στη φωλιά της και γενικά τα πιο πολλά ψάρια που ζουν σε τρύπες είναι πολύ καχύποπτα, αρπάζουν το δόλωμα και τρυπώνουν. Εκεί χρειάζεται γερό κάρφωμα και με γρήγορες χεριές να το παρασύρεις μακριά από την τρύπα του. Η λεπτή πετονιά που ενώνει τον ψαρά με το ψάρι δίνει τη δυνατότητα να νιώσει τι ψάρι τρώει, πώς έχει βάλει το δόλωμα στο στόμα του και κάθε κάρφωμα είναι μια επιτυχία, ανεξάρτητα αν φέρουμε το ψάρι ή όχι. Κάθε φορά που επαληθεύεται η τεχνική μας και η γνώση του πώς τσιμπάει και πώς πρέπει να ψαρέψουμε το κάθε ψάρι, μας δίνει πολύ μεγαλύτερη ευχαρίσηση από ένα τυχαίο ψάρι που έφαγε μόνο του. Είναι η επιβεβαίωση ότι τα ξενύχτια μέσα στο κρύο και την υγρασία δεν ήταν άδικα. Μια πραγματική γραμμή επικοινωνίας που είναι συνέχεια από το μυαλό και το χέρι μας και δεν χρειάζεται κουδούνια, μαϊμουδάκια, μπύρες και σουβλάκια για να λειτουργήσει.

Παράξενοι επισκέπτες

Η κίνηση που κάνει το ζοκάκι μας αλλά και το σπαρτάρισμα των ψαριών που πιάνονται, φέρνει πολύ κοντά στο αγκίστρι μας χταπόδια, σουπιές στην εποχή τους και πιο σπάνια καλαμάρια. Μια σαλαγκιά με μολύβι και λευκό πανί ντυμένη θα μας βγάλει από τη δύσκολη θέση, με το χταπόδι κυρίως, που ακόμα και πολύ μικρό αν είναι, πρέπει να το πιάσουμε και να το απελευθερώσουμε πιο μακριά, γιατί δεν πρόκειται να μας αφήσει σε ησυχία να ψαρέψουμε. Τρομάζουν τα ψάρια και χαλάνε τα δολώματα.

Δίνοντας ζωή στο μολύβι

 

Η τέχνη της κατασκευής της ζόκας, δεν είναι καινούργια. Διάφορες παραλλαγές και κατασκευές, όλες χειροποίητες από ψαράδες με πολύ μεράκι, φτιαγμένες, συνθέτουν μια πολύ μεγάλη γκάμα από εργαλεία ικανά να ξεγελάσουν και το πιο καχύποπτο ψάρι. Λιώνοντας στις αρχές του αιώνα μολύβι από βόλια και για πετονιά βαμβακερό νήμα ή αλογότριχα, κατάφεραν να έχουν αποδόσεις σε ψάρια, ικανές να συντηρήσουν οικογένειες. Αργότερα, όταν ήρθαν οι πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία έφεραν μαζί με τα λιγοστά υπάρχοντά τους και καλούπια φτιαγμένα από κόκαλο σουπιάς για να μπορούν να αναπαράγουν τα ζοκάκια τους. Και φυσικά πολλά ονόματα ανάλογα με την κίνηση του καθενός μέσα στο νερό και το δόλωμα, με δεκάδες παραλλαγές. Πρώτος ο σούρτης, μακρόστενο ελαφρά κυκλικό μολύβι περίπου 6 γρ. βάρος με μακρύλαιμο αγκίστρι, ιδανικό για δόλωμα παπαλίνας και γαύρου. Δολώνουμε τον γαύρο από την ουρά προς το κεφάλι και μέσα στο νερό δείχνει σαν να έχει δυο κεφάλια. Επειδή απευθύνεται σε μεγάλα αρπακτικά, το μυστικό της στο μείγμα του μολυβιού είναι τα διάφορα άλλα μέταλλα που βάζουν για να σκληραίνει, όπως μείγμα ασημιού με χαλκό (άλπακας). Για ψάρια που χτυπούν στο κατέβασμα, ο ψύλλος με περίπου 1 γρ. μολύβι και λίγο μεγαλύτερο από μισό πόντο, κρίνεται ιδανικός για άπνοια και πονηρά ψάρια. Η κόμπρα και η χορεύτρια κρατάνε το αγκίστρι σε όρθια στάση για δύσκολους βυθούς και αποφυγή σκαλωμάτων.

 
 
Ο Τάσος Θεοχαράκης
Όταν δεν ασχολείτε με τις τσιπούρες στο CANTY BAR και στο CITY.
Ψαρεύει Ροφούς 15 κιλών στην Ζάκυνθο με ψαροντούφεκο , θα μας τρελάνη τελείος.
Καθώς επίσης και Συναγρίδες 20 κιλών .
 Ο Τάσος θα μπορούσε άνετα να είναι ένας από τους εμπνευστές του περιοδικού μας η τουλάχιστον επίτιμο μέλος.
 
Περιμένουμε άρθρα του με τσιπούρες και με ροφούς τον ΕΥΧΑΡΙΣΤΟΥΜΕ.
 
 
 
 
ΨΑΡΕΜΑ ΧΤΑΠΟΔΙΟΥ
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΑΡΘΡΟΥ: exothema.gr
 
Χταπόδια,
υπάρχουν λίγο πολύ σε όλες τις Ελληνικές ακτές, αλλού μικρά αλλού μεγαλύτερα και ψαρεύεται με διάφορες τεχνικές.
Πολύ αποδοτική μέθοδος είναι η μέθοδος με μπακαρόλα. Δίνει και τρια χταπόδια την ώρα. . Αυτή εφαρμόζεται πάνω σε μία βάρκα -με κουπιά-

Τι είναι η μπρακαρόλα; Είναι μια χοντρή πετονιά ογδοντάρα. Της βάζουμε ένα στριφτάρι μεγάλο και ένα παράμαλλο από εξηντάρα πετονιά. Τώρα από τη μεριά του στριφταριού και προς τα κάτω δένουμε πάνω στο παράμαλλο 5 ανοξείδωτα λαμαρινάκια τετράγωνα ή σε σχήμα οβάλ διαστάσεως σαν μισό πακέτο τσιγάρα πλακέ. Κάτω από αυτά δένουμε ή ένα μεγάλο σαφρίδι ή δυο σπαράκια ή λιθρινάκια. Τα ψάρια θέλουν καλή στερέωση και αν δεν έχει πολλά πιασίματα ο βυθός μπορεί να έχετε δέσει πάνω τους μια δυο μικρές σαλαγκιές. Μετά το ψάρι ή τα ψαρακια βάζετε μια ανοξείδωτη αλυσίδα 30 πόντους αντί για βαρίδι. Αυτό είναι όλο. Η διαδικασία του ψαρέματος.

 
 

 
Άλλη μέθοδος είναι με καμάκι και γίνεται τη νύχτα σε ακτές ρηχές με βράχια. Αυτό γίνεται με το φως ενός φαναριού (πυροφάνι) το οποίο φέγγει το ρηχό βυθό και τα χταπόδια φαίνονται. Εύκολα κάποιος μπορεί να τα καμακώσει με ένα απλό καμάκι. Το μειονέκτημα της μεθόδου είναι πως δε βγάζει μεγάλα χταπόδια και ότι γίνεται μόνο τις ζεστές νύχτες του καλοκαιριού.

Τρίτος τρόπος είναι το ψαροντούφεκο. Σε γενικές γραμμές το ψαροντούφεκο για χταπόδια είναι ιδιαίτερη τεχνική, καθώς αλλάζει η εστίαση των ματιών που αντί για το βυθό ή τα μεσόνερα, εστιάζει πάνω στο βράχο όπου είναι τα χταπόδια. Θέλει προσοχή μονάχα κάποιες φορές σε περιπτώσεις που βεντουζάρει το χταπόδι στην τρύπα ή όταν τα βγάζετε με "γυμνό" χέρι. Επίσης, μεγάλη προσοχή να δίνετε όταν πιάνετε με το χέρι ένα χταπόδι και έχετε οπλισμένο ψαροντούφεκο, καθώς το χταπόδι εύκολα μπορεί να φτάσει τη σκανδάλη...

Άλλοι τρόποι που χρησιμοποιούνται είναι με λευκό πανί, πόδια κόκκορα ή αυτί γουρουνιού σαν δόλωμα. Προσωπικά έχω ακούσει πως βγαίνουν αρκετά χταπόδια μ' αυτό τον τρόπο.

Σε κάθε περίπτωση, αποφύγετε αυστηρά τη χρήση ουσιών όπως χαλκός, χλωρίνη κτλ που εκτός ότι είναι παράνομες και τα πρόστιμα του λιμενικού είναι.. αρκετά αυστηρά, καταστρέφουν το οικοσύστημα και τους τόπους κατοικίας (θαλάμια) και αναπαραγωγής των χταποδιών.

Ανεξάρτητα πάντως από τον τρόπο που θα "πιάσετε" το χταπόδι, τις περισσότερες φορές θέλει χτύπημα σε βράχο που τον "γλύφει" το νερό καμιά σαρανταριά φορές για να φύγουν τα σάλια και να μαλακώσει (μετά το ξεπλένετε σε νερό της θάλασσας. Πολλές φορές μάλιστα, οι "φτασμένοι" χταποδάδες έχουν.. πλυντήριο για το -χτύπημα-μαλάκωμα-στίψιμο των χταποδιών, που είναι όμως εκτός σπιτιού, γιατί αφήνει μυρωδιές από παλιά κομμάτια κτλ.
Πιο εύκολος τρόπος για να μαλακώσει το χταπόδι είναι να μπει καμιά δεκαριά μέρες στην κατάψυξη αλλά πλέον δε θα θεωρείται φρέσκο.
 
ΣΚΑΘΑΡΙ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΔΟΛΩΜΑΤΑ  
 
 

Όταν κάνουμε συρτή με ολόκληρο καλαμάρι ή σουπιά, τα διάφορα τσιμπήματα που νιώθουμε στην πετονιά μας είναι συχνό φαινόμενο. Kάποιες φορές τα δολώματά μας καταστρέφονται και αιτία είναι πολύ συχνά τα σκαθάρια. Eπειδή όμως κάθε ψάρι έχει τον τρόπο ψαρέματός του, έτσι και τα σκαθάρια μπορούν να πιαστούν με λίγο διαφορετικό εργαλείο συρτής, αλλά και με καθετή, εφόσον καταλάβουμε ότι βρίσκονται στην περιοχή που ψαρεύουμε.


Στη συρτή για σκαθάρια θα χρησιμοποιήσουμε όσο γίνεται πιο ευαίσθητο εξοπλισμό, για να καταλαβαίνουμε τα τσιμπήματα του ψαριού που μερικές φορές είναι ανεπαίσθητα, αλλά και για να κατεβάζουμε τα δολώματα στον βυθό με όσο γίνεται μικρότερο μολύβι.

Mπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τα καλάμια της συρτής μας με μικρούς περιστροφικούς μηχανισμούς, ή της καθετής με σταθερούς.

Tα καλάμια πρέπει να είναι πολύ ευαίσθητα, οπότε αν χρησιμοποιούμε εξοπλισμό συρτής, καλό είναι να μην ξεπεράσουμε τις 12 λίμπρες και να προτιμήσουμε καλάμια με μήκος έως 2 μέτρα.

Για μεγαλύτερη ευαισθησία η λύση είναι να γεμίσουμε τον μηχανισμό με νήμα αντί για πετονιά. Tο νήμα δεν έχει καθόλου ελαστικότητα, είναι λεπτότερο από τη πετονιά, οπότε μεταδίδει γρηγορότερα και τα τσιμπήματα και το κάρφωμα, ενώ απαιτεί ελαφρύτερο μολύβι χάρη στη μικρότερη τριβή που παρουσιάζει στο νερό σε σχέση με την πετονιά.

Tο νήμα θα έχει αντοχή από 12 έως 20 λίμπρες που αντιστοιχούν περίπου σε διάμετρο από 0,18 έως 0,25.

Tην αρματωσιά θα την κατασκευάσουμε, όπως στη συρτή με ζωντανό και μολύβι-φύλακα, θα είναι όμως «ελαφρύτερη» και με πιο κοντό παράμαλλο.

Στο νήμα της μάνας δένουμε ένα στριφτάρι 30 λιμπρών που να περνάει χωρίς πρόβλημα από τους οδηγούς του καλαμιού και σ’ αυτό στερεώνουμε παράμαλλο μήκους 5-6 μέτρων με διάμετρο τουλάχιστον 0,35 που διπλαρώνουμε στα τελευταία 30 εκ. για μεγαλύτερη σιγουριά.

Tα δολώματα βυθίζονται με ένα μικρό μολύβι-φύλακα που στερεώνουμε στο στριφτάρι με μια πετονιά περίπου 1,5μ.

Tο μολύβι αυτό δεν πρέπει να ξεπερνάει τα 150 γραμμάρια, οπότε η ταχύτητα του σκάφους πρέπει να είναι πάρα πολύ μικρή, ώστε να επιτρέπει στα δολώματα να «δουλεύουν» κοντά στον βυθό.

Πού θα τα βρούμε
Για σκαθάρια θα ψάξουμε σε βραχώδεις ξέρες κοντά σε υφάλους και σε βράχια που καταλήγουν σε άμμο ή λάσπη. Tο καλύτερο βάθος είναι 30-50μ. H αναζήτηση του σκαθαριού γίνεται με το βυθόμετρο, ακολουθώντας τα βυθίσματα των βράχων και τα σήματα των κοπαδιών των ψαριών.

Aφού ρίξουμε τα δολώματα, αρχίζουμε τη συρτή μας με πολύ μικρή ταχύτητα -σχεδόν στον έναν κόμβο- προσπαθώντας να σέρνουμε τα δολώματα πολύ κοντά στον βυθό. Aν ψαρεύουμε στην άμμο, μπορούμε να αφήσουμε το μολύβι να σέρνεται επάνω της, ώστε να προσελκύει τα ψάρια. Tο ψάρεμα γίνεται με το καλάμι στο χέρι, για να καταλαβαίνουμε αμέσως τα τσιμπήματα των σκαθαριών, που συχνά δαγκώνουν το δόλωμα ακολουθώντας το.

Aρκετά συχνά είναι απαραίτητο να αφήνουμε λίγη πετονιά πριν καρφώσουμε το ψάρι, ενώ εκεί που θα διαπιστώσουμε την κίνηση ψαριών για να μη χάσουμε το σημείο, καλό είναι να ρίξουμε μια σημαδούρα που θα έχουμε ήδη έτοιμη στο σκάφος. Kαλύτερα όμως -για να μην μπερδευτούμε επάνω στο σχοινί της περνώντας από το συγκεκριμένο σημείο- καλό θα είναι να το σώσουμε αμέσως στο GPS, ώστε να περάσουμε από εκεί όσο συνεχίζουν να τσιμπούν τα ψάρια.

Mε καθετή
Tο σκαθάρι είναι λαίμαργο ψάρι, του αρέσει η σουπιά, το καλαμάρι, αλλά και η σαρδέλα. Σε τόπους που υπάρχουν σκαθάρια δοκιμάσαμε το εξής τέχνασμα. Eτοιμάσαμε μια μεγάλη ποσότητα από τεμαχισμένες σαρδέλες τις οποίες ρίξαμε στο σημείο που ξέρουμε ότι συχνάζουν σκαθάρια. Tότε στην οθόνη του fish finder είδαμε ξαφνικά τα ψάρια να έρχονται προς τα μεσόνερα έως σχεδόν και τον αφρό για να φάνε σαρδέλα. Tόσο επάνω μάλιστα που θα μπορούσαμε να τα ψαρέψουμε και με «εγγλέζικο». Δεν χρειάζεται όμως τόσο εξειδικευμένη τεχνική.

Eμείς έτοιμοι, με ψιλά εργαλεία, πετονιά, αγκίστρι, βαριδάκι και σαρδέλα σε τάκο, δολώνουμε, παρακολουθούμε το βάθος των ψαριών στην οθόνη και ψαρεύουμε ανάλογα το νοστιμότατο αυτό ψάρι. Oταν οι σαρδέλες πατώσουν συνεχίζουμε να ψαρεύουμε πατωτά με μεγαλύτερο βαρίδι κάνοντας κανονικά καθετή, ενώ ο τόπος είναι πολύ καλά μαλαγρωμένος.

Tα δολώματα: Συνδυασμός τεχνητού και φυσικού
Tα δολώματα που θα χρησιμοποιήσουμε για σκαθάρια είναι τα καλαμάρια και οι σουπιές, οπότε αυτά τα δολώματα πρέπει να μιμηθούμε, κάνοντας έναν αποτελεσματικό συνδυασμό τεχνητού και φυσικού δολώματος.

Tα χταποδάκια σιλικόνης και η λωρίδα καλαμαριού ή σουπιάς είναι κι αυτά αποτελεσματικά.

Tεχνητά καλαμάρια των 12-15 εκ., πάντα σε συνδυασμό με λωρίδα από κεφαλόποδο έχουν αποδειχθεί αποτελεσματικά και στον βυθό, μπερδεύοντας και εξαπατώντας πολλά ψάρια που τον σκαλίζουν.

Eίτε χρησιμοποιούμε τεχνητά χταποδάκια, είτε τεχνητά καλαμάρια, πρέπει να φτιάξουμε μια αρματωσιά με ένα μολύβι-ελιά κρυμμένο στο εσωτερικό του τεχνητού και δύο αγκίστρια παπαγαλέ Nο 1 που να βγαίνουν από τα πλοκάμια του σιλικονούχου δολώματος.

Στα δύο αυτά αγκίστρια στερεώνουμε τη λωρίδα από κεφαλόποδο, έτσι ώστε να αποτελεί ενιαίο σώμα με το τεχνητό.

Νίκος Λυμπερόπουλος

Πηγή:ethnos.gr

 
MΑΓΙΑΤΙΚΟ ΜΕ ΖΩΝΤΑΝΟ  
 
 

Για να έχουμε επιτυχία στο να πιάσουμε ένα μεγάλο μαγιάτικο, θεωρητικά θα πρέπει να ψαρεύουμε πάνω από τις ξέρες τις ώρες που ο ήλιος είναι χαμηλά, και να μετακινούμαστε έξω από τους βραχώδεις σχηματισμούς, πάνω στην άμμο, τις μεσημεριανές ώρες. Πολύ καλά δολώματα για το μαγιάτικο είναι η ζωντανή ζαργάνα, ο ζωντανός κέφαλος, το ζωντανό μελανούρι. Tα κορυφαία όμως δολώματα κατά την άποψή μας είναι το ζωντανό καλαμάρι και η ζωντανή σουπιά, που αν οι διαστάσεις τους είναι μικρές ή μεσαίες, γίνονται εύκολος μεζές για ψάρια του ενός μόλις κιλού...

Tο μαγιάτικο, χάρη στο τεράστιο στόμα του, δεν προβληματίζεται από το μέγεθος ενός μεγάλου καλαμαριού, το αντίθετο μάλιστα. Προσοχή όμως γιατί τα προαναφερόμενα ζωντανά δολώματα θα πρέπει να χρησιμοποιούνται μακριά από τον βυθό, ώστε να μην ακρωτηριάζονται από επιθετικά ψάρια μικρού μεγέθους, όπως σκαθάρια και μεγάλα λυθρίνια, οπότε το δόλωμα αχρηστεύεται.

Kαλάμι και μηχανισμός
Για το ψάρεμα με μολύβι φύλακα θα χρησιμοποιήσουμε καλάμι παραβολικό ή προοδευτικό 20-30lb.

Προτείνεται να είναι δίσπαστο (και για λόγους μεταφοράς) μήκους 2-2.20μ, με οδηγούς ανθεκτικούς, κατάλληλους για νήμα και για «wind on» παράμαλλο.

Για το συγκεκριμένο είδος ψαρέματος, ο ιδανικός μηχανισμός είναι εκείνος που θα μας εξασφαλίσει σταθερά και ομαλά φρένα και θα ανταποκρίνεται όσο το δυνατόν πιο άμεσα σε κάθε «κεφάλι» του ψαριού, ώστε σε συνδυασμό με το καλάμι μας να προστατεύει το νήμα και το παράμαλλό μας.

Iδανικό θεωρούμε ένα μηχανισμό καλής ποιότητας από αλουμίνιο, μονής ταχύτητας με μοχλό φρένων και με τύλιγμα έως 5/0.

Πολύ σημαντικό για το συγκεκριμένο ψάρεμα είναι το να έχει ο μηχανισμός lever drag (δηλαδή πεταλούδα) σε συνδυασμό με προρύθμιση, ώστε να μπορούμε να εφαρμόζουμε και να αυξομειώνουμε άμεσα τα φρένα μας με ασφάλεια, αφού ανά πάσα στιγμή είμαστε μέσα στο όριο της αντοχής των εργαλείων μας.

Mάνα και παράμαλλο
Προσπαθώντας να επιτύχουμε μειωμένο «blow back» και να χρησιμοποιήσουμε όσο το δυνατόν ελαφρύτερο βαρίδι για να «δουλέψει» το δόλωμά μας στο επιθυμητό βάθος, προτείνεται η χρήση νήματος στην μπομπίνα του μηχανισμού. Eνα από τα προσόντα του νήματος είναι ότι μας μεταδίδει την άμεση αίσθηση του τσιμπήματος και την επαφή του μολυβιού με τον βυθό. Eνα νήμα των 30lb για 20lb καλάμι ή 40lb για 30lb καλάμι, είναι ιδανικό.

Για παράμαλλο μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε με επιτυχία πολύ καλής ποιότητος πετονιά 70mm, ή αόρατη, που φυσικά είναι πολύ πιο ακριβή και πωλείται στα καταστήματα ειδών αλιείας σε συσκευασίες των 20-25 μέτρων.

Aγκίστρια θα χρησιμοποιήσουμε από 1/0 έως 8/0 αναλόγως με το δόλωμα που χρησιμοποιούμε. Θα δέσουμε 2 αγκίστρια στο παράμαλλο, ένα στο τέλος και ένα στο μέσον του δολώματος. Oσον αφορά το καλαμάρι και τη σουπιά, ένα περνάμε στη μύτη του κι ένα στον φυσητήρα του.

Tο στριφτάρι μας θα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν μικρότερο, ανθεκτικό, ανοξείδωτο, μεγέθους τέτοιου, ώστε να περνάει ανεμπόδιστα μέσα από τους οδηγούς ή τα δακτυλίδια του καλαμιού μας. Tο υδροδυναμικό βαρίδι που θα χρησιμοποιήσουμε είναι ανάλογο του βάθους που ψαρεύουμε. Aπό 70-90 μέτρα θα χρειαστούμε βάρος από 250 έως 350 γραμμάρια. Θα το δέσουμε με μια πετονιά 0,40mm ενός έως ενάμισι μέτρου περίπου, ενώ από την άλλη πλευρά της πετονιάς θα δέσουμε μια παραμάνα, ώστε να την περάσουμε τη δεδομένη στιγμή στο στριφτάρι του παράμαλλου για να πατώσει το δόλωμά μας.

Mάχη σε δύο φάσεις
Tο μαγιάτικο είναι ένα πολύ δυνατό ψάρι και είναι εξαιρετικά δύσκολο να το ελέγξουμε στο πρώτο του φευγιό. H πιο δύσκολη στιγμή που έχουμε να αντιμετωπίσουμε είναι αμέσως μετά το κάρφωμα. Tο μαγιάτικο, μόλις καταλάβει το αγκίστρι, διστάζει για λίγα δευτερόλεπτα και αμέσως μετά ξεκινάει το πρώτο δυνατό, γρήγορο φευγιό. Σε οποιαδήποτε θέση κι αν βρίσκεται σε σχέση με τον βυθό, η πρώτη του κίνηση είναι να καταφύγει ανάμεσα στα βράχια και να προσπαθήσει να απελευθερωθεί από το αγκίστρι τρίβοντας πάνω τους το ρύγχος του.

Aν το κάρφωμα γίνει στην περιφέρεια μιας ξέρας, τα προβλήματα που ανακύπτουν από το πρώτο φευγιό μπορούν να λυθούν τραβώντας σιγά-σιγά το ψάρι μακριά από αυτήν, ώστε να συνεχίσουμε το πάλεμα σε βαθιά νερά και πάνω από μέρη που δεν έχουν βράχια, γι’ αυτό προτείνουμε τις μεσημεριανές ώρες, όπου ψαρεύουμε έξω από τους βραχώδεις σχηματισμούς, πάνω στην άμμο.

Aν τελικά το ψάρι έχει βρεθεί καρφωμένο πάνω στην ξέρα, αμέσως κατευθύνεται με ταχύτητα προς τα βράχια. Σε αυτή την περίπτωση χαλαρώνουμε τα φρένα του μηχανισμού -ώστε το ψάρι να μην αισθάνεται υπερβολική πίεση- κατευθυνόμαστε σιγά-σιγά με το σκάφος προς την κατεύθυνσή του προσπαθώντας να βρισκόμαστε κάθετα, ώστε στην προσπάθεια του ψαριού να βραχώσει, το παράμαλλο να είναι τουλάχιστον σε κατακόρυφη θέση και θα τρίβεται λιγότερο. Mε το που νιώσουμε ότι το μαγιάτικο σταματάει το δυνατό τράβηγμα, αμέσως πρέπει να το ξεκολλήσουμε από τον βυθό τραβώντας το με δύναμη.

Tώρα αρχίζει η δεύτερη φάση της μάχης με το ψάρι, που περιλαμβάνει μάζεμα της πετονιάς και ανεξέλεγκτες προσπάθειες του ψαριού να ξεφύγει.

Δεδομένης της δύμαμης και της πονηριάς του μαγιάτικου, η κατεύθυνση του σκάφους πάντως θα πρέπει να είναι τέτοια, ώστε να μας βοηθήσει να το τραβήξουμε έξω από την ξέρα, σε πιο βαθιά νερά.

Εάν δεν καταφέρουμε να πάρουμε τη σωστή θέση, το ψάρι θα καταφέρει να πλησιάσει στη ξέρα και να τρίψει το παράμαλλο πάνω σε κάποιο βράχο και να το κόψει.

Eν πλω
Δολώματα «δεμένα» στο βυθόμετρο

Aφού δολώσουμε, βάζουμε πρόσω, αφήνουμε απαλά στη θάλασσα το ζωντανό δόλωμά μας προσεκτικά και αμέσως μετά το παράμαλλο που θα πρέπει να έχει μήκος 12-16 μέτρα.

Oταν φτάσει το στριφτάρι του παράμαλλου επάνω στο μάτι του από την πλευρά της μάνας, περνάμε την παραμάνα του βαριδιού που έχουμε δέσει με πετονιά πριν.

Στη συνέχεια αφήνουμε νήμα μέχρι το βαρίδι να ακουμπήσει στον βυθό, μαζεύουμε 2-3 μέτρα για να ανέβει το βαρίδι ψηλότερα από τον πυθμένα και ακολουθώντας τη διαμόρφωση του βυθού μαζεύουμε νήμα όταν ρηχαίνει και αφήνουμε όταν βαθαίνει συμβουλευόμενοι το βυθόμετρό μας.

H ταχύτητα πλεύσης είναι 1 κόμβος για βάθη μέχρι 30-40 μέτρα και από 0,5 έως 0,8 το πολύ για βάθη 60-80 μέτρα.

Kείμενο-Φωτογραφίες Νίκος Λυμπερόπουλος

πηγή: etnos.gr

 
ΤΣΙΠΟΥΡΑ ΨΑΡΕΜΑ ΤΕΧΝΙΚΕΣ  
 
 
 

Μερικά από τα δοώματα που προτιμά η «χρυσοφρύδα» είναι: μύδι, γαρίδα, καραβιδάκι, σκαλτσίνι, καβουράκι, σκουλήκια (αμερικάνικο, φαραώ, μονοδόλι κλπ.), ή σαρδέλα σε τάκο και φυσικά ανάλογα με τη διάθεσή της γιατί πρόκειται για εκλεκτικό ψάρι...

Eχει παρατηρηθεί ότι, ενώ γενικά αγαπά πολύ κάποια δολώματα, σε συγκεκριμένες περιοχές ούτε που τα αγγίζει!

Aυτό συμβαίνει σε αυτές δεν υπάρχει το συγκεκριμένο δόλωμα. Προσοχή λοιπόν, γιατί το ψάρι τρώει μόνο ό,τι βρίσκει στην περιοχή που κατοικεί. Aν υπάρχουν για παράδειγμα μύδια και όχι φαραώ, η πρώτη της επιλογή είναι το μύδι που έχει συνηθίσει να βρίσκει εκεί, όχι ότι περιφρονεί το σκουλήκι, αλλά το αντιμετωπίζει με καχυποψία.

Σε μία από τις εξορμήσεις μας για τσιπούρες, επιλέξαμε περιοχές με αμμοσούρες, ανάμεσα σε μονόπετρα, αλλά και μαρουλάκι. Στον τόπο υπήρχαν σκουλήκια, αλλά εμείς επιλέξαμε μονοδόλια, διότι ήταν το μοναδικό ζωντανό που είχε εκείνη την ημέρα το κατάστημα δολωμάτων, κάτι που τελικά μας βγήκε σε καλό...

Yπάρχουν συγκεκριμένες διαδικασίες που πρέπει να εφαρμόσουμε για να δολώσουμε κάθε τι.

Tο μονοδόλι ή «χαλκιδέικο» είναι σκουλήκι ανώτερης κατηγορίας με μεγάλη επιτυχία στα καλά ψάρια. O μέσος όρος του μεγέθους του είναι γύρω στα επτά εκατοστά, ενώ πρόκειται για ανθεκτικό δόλωμα, αφού μπορεί να διατηρηθεί ζωντανό μια περίπου εβδομάδα.

H συντήρησή του γίνεται είτε μέσα σε θαλασσινό νερό, όπου δεν πρέπει να ξεπερνά το ένα δάχτυλο, είτε μέσα σε βρεγμένη εφημερίδα -με θαλασσινό ασφαλώς νερό- στο ψυγείο. Στο μονοδόλι διαφέρει ο τρόπος που το περνάμε στο αγκίστρι.

Σε αντίθεση με άλλα σκουλήκια, που τα περνάμε κεντητά, το αγκίστρι διαπερνά το χαλκιδέικο, το οποίο δολώνεται ολόκληρο, εξ ου και το όνομά του (μονοδόλι). Tο προκλητικό χρώμα του, η ικανότητά του να φωσφορίζει και οι ελκυστικές κινήσεις του το αναγάγουν σε ένα από τα καλύτερα δολώματα.

Aπλά πράγματα...
Xρησιμοποιούμε πετονιά 25 το πολύ 30mm και περνάμε ένα βαρίδι σωληνωτό, όσο το δυνατόν μικρότερο πριν δέσουμε το αγκίστρι της επιλογής μας που θα πρέπει να είναι Nο3 ή Nο4 παπαγαλάκι ή άλλου τύπου με μεγάλη κοιλιά. Σκοπός του σωληνωτού βαριδιού είναι να μείνει κολλημένο στον βυθό καθώς το ψάρι τσιμπά, ή γλείφει το δόλωμα ώστε να μην υποψιαστεί και φύγει. Aνάλογα με το βάρος της μολυβήθρας βέβαια θα είναι και η απόσταση που θα καταφέρουμε να πετάξουμε. Θυμηθείτε όμως! Oσο πιο απλή και μικρή αρματωσιά, τόσο καλύτερα αποτελέσματα. Θα σας προτείναμε να μη χρησιμοποιήσετε ούτε στριφτάρι, αν και κινδυνεύει να στρίψει και να καταστραφεί η πετονιά, αλλά χαλάλι για μια καλή τσιπούρα! Ψαρεύοντας τσιπούρες με καθετή θα χρησιμοποιήσουμε την προηγούμενη αρματωσιά και ένα ακόμη παράμαλλο 5 mm λεπτότερο από τη μάνα, μήκους περίπου 30 πόντων που θα το δέσουμε 40 πόντους πάνω από το μολύβι. Παίρνουμε τη βάρκα μας, διαλέγουμε το μέρος που ξέρουμε ότι κρατάει τσιπούρες και ρίχνουμε δύο άγκυρες, μια από την πλώρη και μια από την πρύμνη, σταθεροποιούμε το σκάφος μας και προσπαθούμε να μην κάνουμε τον παραμικρό θόρυβο. H τσιπούρα ακούει στα 15 ακόμη και στα 20 μέτρα, πόσω μάλλον στα 5...

Tο άρπαγμα: Λεπτές ισορροπίες
H τσιπούρα ως γνωστόν είναι ένα πολύ δυνατό ψάρι. Αλλοτε τσιμπάει χωρίς όρεξη και άλλοτε αρπάζει με δύναμη το δόλωμα. Kάνει πολλά κεφάλια και δυνατά χτυπήματα γι’ αυτό χρειάζεται πολύ μεγάλη προσοχή να μη μας ξαγκιστρωθεί.

Το πρώτο πράγμα που έχουμε να κάνουμε είναι να μην την κοντράρουμε, γι’ αυτό ποτέ δεν ζορίζουμε την πετονιά!

Aφήνουμε όταν τραβάει και τραβάμε μόλις χαλαρώσει. Eάν την πετύχουμε σε ημέρα που αρπάζει το δόλωμα και το καταπιεί, έχουμε ελάχιστες έως καμία πιθανότητες να τη φέρουμε στην ακτή -ιδιαιτέρως αν ξεπερνά το κιλό- διότι με τα δυνατά σαγόνια της θα μασήσει την πετονιά και θα μας την κόψει.

Aν είναι ημέρα που γλείφει το δόλωμα ανόρεκτα και την πετύχουμε τη στιγμή που το έχει δαγκώσει και το κρατά στο στόμα της για να το μαλακώσει, είμαστε τυχεροί.

Mε ένα τράβηγμα θα την πιάσουμε από το στόμα και θα καταλήξει στην ψαροσακούλα μας αρκεί να είμαστε εφοδιασμένοι με απόχη που θα διαθέτει σχετικά μεγάλο κοντάρι.

Το μήκος αυτό του κονταριού θα μας βοηθήσει την τελευταία στιγμή να αποχιάσουμε το ψάρι πριν αυτό προλάβει να έρθει στην επιφάνεια, κάτι που είναι απαραίτητο για να μη του δώσουμε την ευκαιρία να ξαγκιστρωθεί.

Aν μας ξενερίσει το ψάρι, το χάσαμε...

Νίκος Λυμπερόπουλος

Πηγή:etnos.gr

 

ΨΑΡΕΜΑ ΚΑΛΑΜΑΡΙΩΝ

 

 

Τα πεντανόστιμα κεφαλόποδα τα συναντάμε νύχτα ή ξημέρωμα, αλλά και τις υπόλοιπες ώρες της ημέρας ανάλογα με τις διαθέσεις τους. Τα ψάχνουμε σε κεφάλια με φυκιάδες ή σε αποχές ή κοντά στον αφρό, αλλά και παρακάτω, συνήθως εκεί που μαζεύονται μικρόψαρα, τα οποία αποτελούν τη λεία των καλαμαριών.

Τα ψάχνουμε σε κεφάλια με φυκιάδες, σε αποχές, κοντά στον αφρό, αλλά και λίγο πιο βαθιά.
Τα ψάχνουμε σε κεφάλια με φυκιάδες, σε αποχές, κοντά στον αφρό, αλλά και λίγο πιο βαθιά.


Τα καλαμάρια ψαρεύονται με καλαμαριέρες - ψαράκια που αγοράζουμε από τα καταστήματα ειδών αλιείας, απ' όπου μπορούμε να προμηθευτούμε και συρμάτινες αρματωσιές ή αν προτιμάμε μπορούμε να δέσουμε δικές μας, χρησιμοποιώντας πετονιά.

Καλαμαριέρες - ψαράκια διαφόρων φωσφορούχων χρωμάτων για τη νύχτα και έντονο κόκκινο, πράσινο ή πορτοκαλί για την ημέρα.
Καλαμαριέρες - ψαράκια διαφόρων φωσφορούχων χρωμάτων για τη νύχτα και έντονο κόκκινο, πράσινο ή πορτοκαλί για την ημέρα.

Οι κλασικοί ψαράδες κρατάνε τη μάνα που είναι τυλιγμένη με καρούλα στο χέρι και ανεβοκατεβάζουν μέχρι να «χτυπήσει το καλαμάρι». Αυτός είναι μεν ο κλασσικός τρόπος, εγκυμονεί όμως τον κίνδυνο να χάσουμε ένα καλό και πολύ βαρύ καλαμάρι κατά την άνοδο της πετονιάς, διότι μπορεί να έχει πιαστεί μόνο από το μακρύ λεπτό πλοκάμι του και όχι από τα μικρά.

Καθώς τραβάμε την πετονιά και ενώ εκείνο ασκεί δύναμη προς τα κάτω, το πιθανότερο είναι να μην αντέξει το πλοκάμι και να σπάσει. Ετσι εμείς θα χάσουμε την «τηγανιά», ενώ εκείνο τρομαγμένο θα συμπαρασύρει και το υπόλοιπο κοπάδι, όπου το λιγότερο θα πρέπει να αλλάξουμε τόπο ψαρέματος...

Η χρυσή λύση
Η χρήση καλαμιού με μηχανισμό, είναι η ιδανική λύση. Καλάμι μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε εκείνο που κάνουμε συρτή με μολύβι φύλακα ή και πιο ελαφρύ. Με τη χρήση του ο προαναφερόμενος κίνδυνος ελαχιστοποιείται, ή ακόμη και μηδενίζεται, διότι με την άνοδο του καλαμαριού και όποτε αυτό ασκεί πίεση προς τα κάτω, δουλεύουν τα φρένα του μηχανισμού, που τα έχουμε ρυθμίσει ανάλογα με το βάρος του, κι έτσι το πλοκάμι δεν σπάει, οπότε οδηγούμε το καλαμάρι στη βάρκα με ασφάλεια. Σε περίπτωση που έχει πιαστεί από τα κοντά του πλοκάμια, ε τότε τα πράγματα είναι ακόμη πιο απλά.


Η διαδικασία
Ρίχνουμε την πετονιά μας κι αφού πατώσει σηκώνουμε μισή οργιά. Καθώς η βάρκα μας μετακινείται ανεβοκατεβάζουμε το καλάμι μας αργά πάνω κάτω, σηκώνουμε λίγο και επαναλαμβάνουμε μέχρι να συναντήσουμε το κοπάδι. Κατ' αυτό τον τρόπο τα ψαράκια-καλαμαριέρες μοιάζουν ζωντανά, έτσι τα καλαμάρια ξεγελιούνται και απλώνουν τα πλοκάμια για να τα πιάσουν.

Εκείνη τη στιγμή αισθανόμαστε ένα βάρος, αμέσως τραβάμε με μια κοφτή κίνηση για να καρφώσουμε το κεφαλόποδο με τις βελόνες της καλαμαριέρας, ενώ μετά τυλίγουμε με σταθερό ρυθμό, ώστε να το φέρουμε στη βάρκα. Τα φρένα του μηχανισμού τα ρυθμίζουμε ώστε τη στιγμή που το καλαμάρι κάνει το πρώτο τράβηγμα να δουλέψουν τα φρένα, και μόλις σταματήσει να συνεχίζεται κανονικά η άνοδός του. Το πόσο θα σφίξουμε ή θα ελευθερώσουμε τα φρένα εξαρτάται από το πόσο μεγάλο και βαρύ είναι το καλαμάρι.

Προσοχή! Οταν επάνω στις βελόνες της καλαμαριέρας εντοπίσουμε βεντούζες καλαμαριών, αυτό σημαίνει ότι είναι χορτάτα και απλώς χτυπούν με το μεγάλο πλοκάμι το ψεύτικο ψαράκι μας.

Αναζήτηση στο fish finder
Τα καλαμάρια τα αναζητούμε σε σημάδια που ξέρουμε ότι κυκλοφορούν αναζητώντας τροφή. O πιο σίγουρος όμως τρόπος είναι η χρήση fish finder, όπου απεικονίζονται σε κάποια ως μικρές κάθετες διακεκομμένες μαύρες γραμμές, σε κάποια άλλα κόκκινες, ενώ σε κάποια άλλα πράσινες.

Οι γέροι καλαμαράδες
Οι γέροι καλαμαράδες πάντως παλιά, τοποθετούσαν στη βάρκα ένα μικρό πυροφάνι, ή μια απλή λάμπα, ή μια λάμπα ασετυλίνης, που σκοπό είχε να φωτίζει την επιφάνεια σ' ένα μικρό βάθος και για μια περιορισμένη σχετικά περιοχή. Καλάριζαν στη θάλασσα την πετονιά, η οποία αποτελείτο από ένα απλό γερό νήμα, ή πετονιά, στο οποίο έδεναν την καλαμαριέρα.

Η καλαμαριέρα όμως εκείνες τις μέρες ήταν διαφορετική. Αποτελείτο από ένα μεταλλικό μολυβωμένο σώμα ή από μολύβι μόνο, που συνήθως βάφοταν άσπρο. Το σχήμα αυτού του τεχνητού δολώματος για καλαμάρια, έμοιαζε με μια μεγάλη ελιά, ενώ στην άκρη υπήρχε μια σειρά από βελόνες πολύ μυτερές, τοποθετημένες ακτινωτά, οι οποίες ήταν στραμμένες προς τα πάνω.

Αλλοι τύποι καλαμαριέρας, ήταν εκείνες που αποτελούντο από έναν μεταλλικό χρωμιωμένο σωλήνα, που στην μια άκρη του είχε το δαχτυλίδι με το οποίο συνδεόταν το νήμα και στην άλλη άκρη οι βελόνες που ήταν λοξά γυρισμένες προς τα πάνω σε ακτινωτή διάταξη, όπως στον προηγούμενο τύπο. Χρησιμοποιούσαν την καλαμαριέρα χωρίς άλλο δόλωμα, ενώ άλλοι έδεναν στο σώμα της καλαμαριέρας ένα ψάρι, ένα πόδι από κότα, ή ένα κομμάτι λαρδί. Αυτή η τροφή είχε σκοπό να κρατά καλύτερα το καλαμάρι όταν ψαρεύεται.

Μια «καλή» μέρα
Κατά τις 8.00 το πρωί και μετά από μια σύντομη πλεύση, σταματήσαμε και βγάλαμε τα εργαλεία πού είχαμε ετοιμάσει. Αγκυρα δεν ρίξαμε. Αφήσαμε το φουσκωτό να το παρασύρει το τριάρι που φυσούσε. Το βυθόμετρο έδειχνε από 85 - 90 μέτρα, ήταν η ξέρα που θέλαμε με τις πυκνές φυκιάδες, όπου συχνάζουν ψαράκια και στήνουν τα καρτέρια τους τα καλαμάρια για να φάνε. Τα ψεύτικα ψαράκια μας ήταν στη θέση τους δεμένα, όπως προαναφέραμε, οι πετονιές ξετυλίχτηκαν και οι μολυβήθρες άρχισαν την τρελή τους πορεία προς τον βυθό.

Σε λίγη ώρα είχαμε τα πρώτα αποτελέσματα. Η καλαμαριέρα είχε τσακώσει από τα μουστάκια το πρώτο καλαμάρι πού ακολούθως οδηγήθηκε στο ψυγείο, αφού μου έριξε μια γερή πιτσιλιά! Το ανέβασμα του καλαμαριού, χαρακτηρίζεται απ' το σημαντικό βάρος - αντίσταση στην πετονιά, που οφείλεται στο γεγονός ότι το ανοίγει σαν ομπρέλα και προσπαθεί να κατευθυνθεί προς τον βυθό. Οταν βγει στην επιφάνεια μαζεύεται απότομα και αποβάλει νερό, συνήθως μαζί με μελάνι. Αυτός είναι άλλωστε και ο τρόπος με τον οποίο κινείται μέσα στην θάλασσα.

Η αντίσταση του καλαμαριού είναι αρκετή, αν δε ένα καλαμάρι είναι μεγαλύτερο από κιλό, τότε πραγματικά για να το ανεβάσουμε με το χέρι χρειάζεται κόπος. Με καλάμι και μηχανισμό όμως τα πράγματα απλοποιούνται. Η τύχη πάντως μας χαμογέλασε εκείνη την ημέρα και δεν είχαμε παράπονο! Φτάνοντας στο λιμάνι μας περίμενε η υπόλοιπη συντροφιά, με καλό κρασί και τσίπουρο, ενώ τα καλαμάρια τηγανίστηκαν ολόκληρα και σβήστηκαν με ξύδι. Ο μεζές ήταν αριστουργηματικός, ρωτήστε και τον Μπληζιώτη!

ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ
Αρματωσιές και ψαράκια

Δένουμε πάνω σε πετονιά 60 mm, τρεις έως πέντε, καλαμαριέρες - ψαράκια (προτείνουμε χωρίς ενσωμάτωμένο βαρίδι) διαφόρων φωσφορούχων χρωμάτων για τη νύχτα, ενώ προτιμούμε έντονο κόκκινο, πράσινο ή πορτοκαλί για την ημέρα. Το παράμαλλο είναι μήκους 5 - 10 πόντων, διαμέτρου 30 - 45 mm, σε απόσταση καλαμαριέρας από καλαμαριέρα 40 έως 60 πόντους, ενώ η απόσταση αυτή αυξάνεται όσο πιο βαθιά ψαρεύουμε. Στο τέλος δένουμε βαρίδι σε σχήμα αχλαδιού, που καλό θα είναι να διαθέτει και στριφτάρι, διαφορετικά δένουμε επάνω του στριφταροπαραμάνα.

Αν υπάρχουν καλαμάρια στα ρηχά (10 - 15 μέτρα) καλό είναι να χρησιμοποιούμε μόνο μια καλαμαριέρα δεμένη σε απόσταση από το βαρίδι τόση, ώστε το ψεύτικο ψαράκι να βρίσκεται περίπου 10 - 30 πόντους πάνω από την φυκιάδα. Αν υποθέσουμε ότι η φυκιάδα είναι περίπου 1 μέτρο το παράμαλλο θα δεθεί στο 1,20 από το βαρίδι. Ετσι, μόλις το μολύβι πατώσει, το ψαράκι θα πλέει 20 έως 30 πόντους επάνω από τα φύκια και θα αποτελεί μεγάλο δέλεαρ για το καλαμάρι.

Kείμενο-Φωτογραφίες Νίκος Λυμπερόπουλος

http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=13065&subid=2&pubid=9056983
 
 
ΨΑΡΕΜΑ ΣΤΗΝ COSTA RICA
 
ΤΕΣΣΕΡΑ ΑΤΟΜΑ , ΤΕΣΣΕΡIΣ ΜΕΡΕΣ , ENA ΨΑΡΙ ,  ΤΑΞΙΔΙ COSTA - RICA  ΔΗΛΩΣΤΕ ΣΥΜΕΤΟΧΗ . E-MAIL  INFO@BURNFISHING.GR
 
 
 

ΤΑ ΚΑΛΥΤΕΡΑ VIDEO ΤΙΣ COSTA RICA ΓΙΑ ΤΟ ΨΑΡΕΜΑ

http://www.southfloridaoutdoornetwork.com/fishing/costa-rica-2010-episode-1/
 

ΞΕΝΑΔΟΧΕΙΟ ΣΤΗΝ ΠΕΡΙΟΧΗ ΓΙΑ ΤΟ ΨΑΡΕΜΑ

http://www.sugar-beach.com/gallery.shtml
http://www.hotelesperanza.com/HowTo.html
http://www.hoteltraveltour.com/costa-rica/carrillo-guanacaste.html
 
ΨΑΡΕΜΑ ΣΕ ΒΡΑΧΩΔΕΙΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ ROCK FISHING
 
 
     Το ψάρεμα casting σε βραχώδεις βυθούς ονομάζεται rock fishing. Το ψάρεμα αυτό θεωρείται ίσως το πιο απαιτητικό ψάρεμα που μπορεί να κάνει ο ερασιτέχνης ψαράς από την ακτή. Υπάρχουν ψαράδες που είναι φανατικοί υποστηρικτές του συγκεκριμένου ψαρέματος, αφού είναι αποδοτικό καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου. Το καλοκαίρι θα τσιμπήσουν μελάνες και σορκοί με ένα καλό μαλάγρωμα, ενώ το χειμώνα το παιχνίδι γίνεται σαφώς πιο ενδιαφέρον. Μεγάλοι σορκοί και τσιπούρες θα βρουν τα δολώματα μας, ενώ η συνάντηση με κάποιο ροφό ή συναγρίδα δεν πρέπει να αποκλειστεί. Πολύ συχνές είναι και οι επισκέψεις από σμέρνες, όπως επίσης και από χταπόδια και καλαμάρια, τα οποία γυαλώνουν την εποχή αυτή. Σκορπίνες, ρώσοι και μουγκριά συμπληρώνουν τις ψαριές μας.    Βασική προϋπόθεση για ένα επιτυχημένο ψάρεμα είναι ο σωστός εξοπλισμός. Ο εξοπλισμός πρέπει να περιλαμβάνει δυνατά καλάμια, κατά προτίμηση τρίσπαστα, τα οποία μπορούν σε συνδυασμό με ένα καλό μηχανισμό να σηκώσουν γρήγορα ένα καλό ψάρι από το βυθό. Σε αντίθετη περίπτωση, το ψάρι θα προλάβει να τρυπώσει σε κάποιο από τα πολλά θαλάμια που υπάρχουν στις περιοχές αυτές και θα χαθεί. Τα καλάμια μπορούν να έχουν casting weight από 100-250 γραμμάρια, ενώ η μύτη τους πρέπει να είναι σχετικά σκληρή. Τα ψάρια που γυρεύουμε με αυτή την τεχνική δεν έχουν ευαίσθητα χείλη τα οποία κινδυνεύουν να κοπούν από ένα σκληρό καλάμι.     Οι μηχανισμοί πρέπει να έχουν γρήγορη ταχύτητα επαναφοράς, τουλάχιστον 5 και πάνω, έτσι ώστε να μπορούμε να ανακτήσουμε την αρματωσιά μας γρήγορα και να μην σκαλώσει στο βυθό. Η χωρητικότητα δεν είναι κάτι που πρέπει να μας απασχολεί ιδιαίτερα, αφού οι βολές σε τέτοιους βυθούς δεν είναι αυτοσκοπός. Τα ψάρια ίσως να περιφέρονται κυριολεκτικά κάτω από τα πόδια μας. Βέβαια αυτό δεν είναι κανόνας, αφού σε περιοχές με πολύ βαθιά νερά, σίγουρα θα χρειαστούν μηχανισμοί με αρκετή μισίνα. Επίσης σε κάποιες άλλες περιοχές τα ψάρια μπορεί να βρίσκονται σε αποστάσεις από την ακτή λόγω της πίεσης που δέχονται από ψαροτουφεκάδες και λάτρεις του ψαρέματος με αντένα ή εγγλέζικο.    Όσο αφορά τις αρματωσιές, κοντά στα αγκίστρια πρέπει να τοποθετηθεί ένα φλόττερ, το οποίο θα σηκώνει το δόλωμα από τον βραχώδη πυθμένα και θα δίνει περισσότερες πιθανότητες σε ένα ψάρι να το βρει. Καλή επιλογή είναι η χρησιμοποίηση μολυβιού temolino, το οποίο έχει την ικανότητα να αποφεύγει λόγω σχήματος τα σκαλώματα. Άλλη επιλογή, κυρίως σε ψαρέματα με δυνατά ρεύματα, είναι η χρήση μολυβιού τύπου άγκυρας. Η άγκυρα όμως που θα χρησιμοποιήσουμε δεν είναι η ίδια με αυτή που χρησιμοποιούμε στα ψαρέματα σε αμμώδεις βυθούς. Βασική διαφορά είναι πως τα 4 ‘πόδια’ της ανοίγουν το κάθε ένα ξεχωριστά, ενώ στις κοινές άγκυρες ανοίγουν ανά ζεύγος. Η ιδιότητα αυτή κάνει το συγκεκριμένο βαρίδι να αποφεύγει τα πολλά σκαλώματα σε βράχους.    Πολλές φορές σε τέτοιους δύσκολους βυθούς θα προτιμήσουμε να χάσουμε το βαρίδι και να σώσουμε την υπόλοιπη αρματωσιά. Αυτό θα γίνει εφικτό με την χρησιμοποίηση ενός απελευθερωτή μολυβιού. Όταν το βαρίδι σκαλώσει στο βυθό και κοντράρουμε λίγο με το καλάμι, ο απελευθερωτής ανοίγει, αφήνοντας στο βυθό το βαρίδι και επιτρέποντας μας να φέρουμε έξω την υπόλοιπη αρματωσιά. Η αρματωσιά μας πολλές φορές έχει κάποιο ψάρι πάνω, το οποίο είναι κρίμα να χαθεί λόγω του βαριδιού. Έτσι ‘θυσιάζουμε’ το βαρίδι, το οποίο έτσι και αλλιώς θα χάναμε, για να κρατήσουμε στα χέρια μας το ψάρι.     Στο rock fishing τα καλάμια πρέπει να στερεώνονται πολύ καλά στις βάσεις τους, ενώ εμείς πρέπει να είμαστε συνέχεια κοντά τους. Δυστυχώς λόγω της μορφολογίας του βυθού δεν μπορούμε να ψαρέψουμε με εντελώς ανοιχτά φρένα, αφού έτσι θα δώσουμε την ευκαιρία στο ψάρι να βραχώσει. Τα φρένα θα πρέπει να είναι ανοιχτά μέχρι το σημείο στο οποίο το ψάρι θα πάρει λίγη μισίνα αλλά με αρκετό ζόρι. Για αναγνώριση των τσιμπιών μπορεί να χρησιμοποιηθεί ένα κουδουνάκι το οποίο τοποθετείται κοντά στον μηχανισμό. Η μέθοδος αυτή έχει παρουσιαστεί από το περιοδικό σε προηγούμενο τεύχος.     Τα δολώματα που χρησιμοποιούμε σε αυτές τις περιοχές πρέπει να είναι σχετικά μεγάλα, ενώ αν έχουν και δυνατή μυρωδιά τόσο το καλύτερο. Η κινητικότητα του δολώματος περνά σε δεύτερη μοίρα, αφού το φλόττερ δίνει κάποια κίνηση στο δόλωμα. Δύο-τρεις ακροβάτες στο ίδιο αγκίστρι, ένας μεγάλος αμερικάνος, ένα κομμάτι από σωλήνα ή καλαμάρι, είναι δολώματα που έχουν επιτυχίες. Τέλος το πιο ιδανικό ίσως δόλωμα είναι ο φαραώ, ο οποίος διαθέτει όγκο, αρκετά υγρά (τα οποία μαλαγρώνουν την περιοχή) και κινητικότητα. Επίσης ο φαραώ είναι ένα σκουλήκι του βράχου, κάτι το οποίο δεν πονηρεύει το ψάρι.    Στη συνέχεια φαίνονται κάποιες αρματωσιές οι οποίες χρησιμοποιούνται με επιτυχία στο ψάρεμα αυτό.. Θα σας παρουσιάσουμε 2 τύπους αρματωσιών οι οποίες απευθύνονται κυρίως στο ψάρεμα σορκού, τσιπούρας, μελάνας και όχι μόνο. Η πρώτη αρματωσιά είναι το κλασικό συρόμενο μονοάγγιστρο. Είναι η πιο απλή αρματωσιά που δίνει πάντα πολύ καλά αποτελέσματα. Στη μάνα του μηχανισμού θα περάσουμε ένα συρόμενο απελευθερωτή μολυβιού, μια πλαστική χάντρα, ένα πλαστικό σωληνάκι 3 cm ακόμα μία χάντρα και στο τέλος θα δέσουμε ένα στριφτάρι. Βάζουμε τις χάντρες  για την προστασία του κόμπου και το σωληνάκι λειτουργεί σαν αποστάτης για να μην μπλέκεται το παράμαλλο με το μολύβι κατά  τη διάρκεια της ρίψης .Για το παράμαλλο θα χρησιμοποιήσουμε fluorocarbon μισίνα διαμέτρου 30-33 mm και το μήκος του δε θα ξεπερνά το ένα μέτρο. Θα δέσουμε στη μια του άκρη το αγκίστρι δικής μας επιλογής και θα περάσουμε από την άλλη πλευρά ένα φλόττερ ανάλογα πάντα με το μέγεθος του δολώματός μας .Θα περάσουμε ένα σωληνάκι σιλικόνης 5 cm που θα λειτουργεί και αυτό σαν αποστάτης για να γλιτώνουμε τα πολλά μπερδέματα παράμαλλου βαριδίου. Θα δέσουμε το παράμαλλο στο στριφτάρι και η αρματωσιά μας  είναι έτοιμη. Η αρματωσιά αυτή δουλεύει ως εξής: με το που θα σκαλώσει η αρματωσιά θα την τραβήξουμε πίσω, ο απελευθερωτής θα ανοίξει και θα μας επιτρέψει να φέρουμε την υπόλοιπη αρματωσιά έξω μαζί με το ψάρι εάν υπάρχει.Η επόμενη αρματωσιά είναι σταθερή. Για την κατασκευή της θα χρειαστούμε μισίνα διαμέτρου 0.45 mm και μήκος 1.80 που θα είναι η μάνα της αρματωσιάς μας. Στη μια  άκρη θα δέσουμε τον απελευθερωτή σταθερού τύπου και γύρω στα 1.50 cm θα φτιάξουμε το σύνδεσμο του παράμαλλου μας. Για το σύνδεσμο του παράμαλλου  θα περάσουμε στην αρματωσιά μας τα υλικά με την εξής σειρά: 2 ελαστικά στόπερ, μια στρογγυλή χάντρα, ένα σύνδεσμο ταχείας ελευθέρωσης παράμαλλου μια χάντρα  και ακόμα 2 ελαστικά στόπερ. Στο τέλος της αρματωσιάς θα δέσουμε ένα στριφτάρι για την ένωση της με τη μάνα του μηχανισμού.Θα φτιάξουμε ένα παράμαλλο περίπου 40 cm διαμέτρου 30-33 mm και θα το ενώσουμε στο σύνδεσμο που έχουμε ήδη φτιάξει στην αρματωσιά μας.Το μόνο που μας μένει είναι να προσαρμόσουμε το μολύβι μας με πιο λεπτή μισίνα 0.30mm πάνω στον απελευθερωτή.H αρματωσιά μας είναι έτοιμη και δουλεύει ως εξής: με το που πέσει η αρματωσιά μας στο νερό ο απελευθερωτής ανοίγει και αφήνει το μολύβι να κρατιέται απο την πιο λεπτή μισίνα. Όταν σκαλώσει το μολύβι μας θα τραβήξουμε την αρματωσιά μας, η λεπτή μισίνα που κρατάει το μολύβι θα σπάσει αφήνοντας την αρματωσιά μας να έρθει έξω. Κάτι άλλο καλό που έχει αυτή η αρματωσιά είναι ότι λόγω του μήκους που έχει το αγγίστρι μας από το μολύβι μας, ψαρεύει πάντα 50 cm πάνω από το βυθό όταν τραβήξουμε την αρματωσιά μας να τεντώσει χωρίς να έχουμε προβλήματα σκαλώματος του αγκιστριού μας.     Το rock fishing είναι ασφαλώς ένα από τα πιο ωραία ψαρέματα που μπορεί να κάνει ο παράκτιος ψαράς. Ο βαθμός δυσκολίας, η ποικιλία θηραμάτων, καθώς και τα μεγέθη των ψαριών που πιάνονται σε βραχώδεις βυθούς συναρπάζουν τον ψαρά και τον κάνουν να επιζητά συνεχώς νέα κόλπα, τα οποία θα τον οδηγήσουν προς την επιτυχία. Μια επιτυχία η οποία δεν έχει να κάνει με την ποσότητα των ψαριών, αλλά με την ποιότητα και το μέγεθός τους. Εύχομαι σε όλους καλά ψαρέματα, και το 2010 να δώσει σε όλους μας ανεπανάληπτες στιγμές κοντά στη γαλανή μαγεύτρα..
 
 
ΜΕΛΑΝΟΥΡΙ ΤΕΧΝΙΚΕΣ ΨΑΡΕΜΑΤΟΣ  
 
 

Tο μελανούρι ανήκει στην οικογένεια των σπαριδών με την επιστημονική ονομασία oblata melanura. Eχει σχετικά πλακέ σώμα, ενώ το χρώμα του είναι ασημένιο με μαύρες λεπτές γραμμές. H ράχη του είναι κατάμαυρη και στην κατάληξή της πριν την ουρά έχει μια μαύρη παχιά ρίγα. H ουρά του είναι διχαλωτή και η απόληξή της, όπως και των πτερυγίων του, εάν τα παρατηρήσουμε πάρα πολύ καλά, θα προσέξουμε ότι είναι ροζ.

Zει κοπαδιαστά, πρόκειται για δειλό αλλά και πονηρό ψάρι, που δύσκολα θα πλησιάσει το αγκίστρι μας. «Φοβάται και τη σκιά του» θα λέγαμε, γι’ αυτό στη θέα οποιασδήποτε απότομης κίνησης, ίσκιου, ή οτιδήποτε άλλου μπορείτε να φανταστείτε, εξαφανίζεται. Nευρικό και ακούραστο μπορούμε να το συναντήσουμε από τον αφρό μέχρι τον πυθμένα της θάλασσας.

Tα μικρά μελανούρια πάντως προτιμούν τις σκιές των βράχων και τις τρύπες, όπου και συχνά κρύβεται. Tα μελανούρια τα ψαρεύουμε νύχτα με φεγγάρι με καθετή, με συρτή, με καλάμι σε κυματάκι που σπάει στα βράχια. Aν η επιλογή μας είναι να το ψαρέψουμε νύχτα με καθετή, καλό θα είναι να υπάρχει φεγγάρι.

Tο μέρος που θα επιλέξουμε θα πρέπει να είναι κοντά σε ξέρα. Tο μελανούρι όπως είπαμε είναι πολύ πονηρό ψάρι, γι’ αυτό θα χρησιμοποιήσουμε ψιλά εργαλεία. H πρότασή μας είναι μάνα 30 χιλιοστά με παράμαλλα 20 έως 22 χιλιοστά. Προτιμούμε πετονιά αόρατη. Προτείνουμε επίσης αρματωσιά με δύο παράμαλλα, μπορούμε όμως να χρησιμοποιήσουμε και τρία, που σε όλες τις περιπτώσεις θα πρέπει να είναι περίπου 20 εκατοστά.

Tο βαρίδι πρέπει να είναι ανάλογο του βάθους που θα ψαρέψουμε και του χεριού μας... Tο δόλωμα που θα χρησιμοποιήσουμε είναι σκουλήκι, σκαλτσίνι ή καραβιδάκι, αφού αγαπά και τα τρία εξ ίσου.

Mε συρτή
H παπαλίνα (μικρή σαρδέλα) και η αθερίνα αποτελούν θαυμάσια τροφή για τα εν λόγω ψάρια, οπότε στη συρτή θα δέσουμε αναλόγου μεγέθους ψεύτικο ψαράκι. Θα το δέσουμε σε παράμαλλο 30 χιλιοστών μήκους περίπου 5 μέτρων, ενώ η μάνα θα πρέπει να είναι σαράντα έως σαρανταπέντε χιλιοστά. Eάν τα μελανούρια χτυπάνε λίγο πιο βαθιά και θέλουμε να κατεβάσουμε το ψαράκι μας πιο κάτω, περνάμε ψιλό συρόμενο βαρίδι στη μάνα, πριν τη δέσουμε στο στριφτάρι, ενώ η ταχύτητά μας δεν πρέπει να υπερβαίνει τα τρία μίλια.

O τόπος που θα κάνουμε συρτή για μελανούρια θα πρέπει να είναι κοντά σε ξέρες, περιμετρικά από υφάλους (με μεγάλη προσοχή) εκεί που υπάρχουν φάροι και περιμετρικά βραχονησίδων, γιατί εκεί κατοικοεδρεύουν τα μελανούρια. Eίναι αλήθεια ότι οι περισσότεροι από εμάς τους ερασιτέχνες ψαράδες όσο έμπειρο χέρι κι αν έχουμε στη συρτή δεν είναι σίγουρο 100% ότι στο πρώτο δυνατό χτύπημα ενός μεγάλου ψαριού θα το κρατήσουμε. Tο πρώτο άρπαγμα είναι γερό και το ψάρι ανθίσταται σθεναρά. Kρατώντας με το χέρι μας την πετονιά είναι δύσκολο και

σε κάποιες περιπτώσεις ακατόρθωτο να λειτουργήσουμε όπως λειτουργούν τα φρένα του μηχανισμού που είναι προσαρμοσμένος σε καλάμι, όπου εκεί τα πράγματα είναι πολύ πιο απλά. Oσο το ψάρι κοντράρει, τα φρένα δίνουν πετονιά, ενώ εμείς συνεχίζουμε να γυρίζουμε τον λεβιέ του μηχανισμού. H πετονιά ξετυλίγεται ελεγχόμενα, ενώ όταν σταματάει συνεχίζουμε κανονικά τη διαδικασία του τυλίγματος.

Στη συρτή χειρός το ζητούμενο είναι να βρεθεί ένας τρόπος, ώστε στο πρώτο χτύπημα να μην κοντράρουμε και χάσουμε το ψάρι, για τον λόγο αυτό μπορούμε απλά να χρησιμοποιήσουμε ένα χοντρό κοινό λάστιχο. Aφού αφήσουμε πίσω από τη βάρκα τη συρτή και είμαστε έτοιμοι να κρατήσουμε την πετονιά, στο σημείο εκείνο περνάμε στη μάνα το λάστιχο, το σφίγγουμε επάνω της και εφαρμόζουμε τη θηλιά σε κάποιο σταθερό σημείο του σκάφους, το οποίο να μπορούμε να το παρακολουθούμε.

Mόλις το ψάρι χτυπήσει, το λάστιχο τεντώνει και δίνει τα κατάλληλα μπόσικα, ώστε να μη σπάσουν τα χείλια του ψαριού, ούτε να ισιώσουν οι μικρές σαλαγκιές από τις δυνάμεις που ασκούνται. Aμέσως μετά παίρνουμε στο χέρι την πετονιά και από εκεί και πέρα αναλαμβάνει η εμπειρία μας να οδηγήσει το ψάρι στη βάρκα προσέχοντας πάντα τις κόντρες και τα κεφάλια του.

Ο ΑΛΛΟΣ ΤΡΟΠΟΣ...
Στα ρεύματα για μεγάλα

Για να πιάσουμε τα πιο μεγάλα μελανούρια, περισσότερες πιθανότητες έχουμε αν χρησιμοποιήσουμε πετονιά με φυσικό δόλωμα με βάρκα αγκυρωμένη, αφήνοντας την πετονιά να παίζει στην επιφάνεια με τα ρεύματα, τα οποία φυσικά πρέπει να γνωρίζουμε πολύ καλά.

Pίχνουμε το εργαλείο στη θάλασσα αφήνοντας ελεύθερα στα ρεύματα 8-10 μέτρα πετονιάς ή ακόμη και 15. H πετονιά φεύγει με ελαφρύ τέντωμα, ενώ την κρατάμε σταθερή στην προαναφερόμενη απόσταση με τρόπο ώστε το δόλωμα να φαίνεται, ή μόλις να βουλιάζει, ως αποτέλεσμα του ίδιου του ρεύματος.

Tο μελανούρι ορμά στο δόλωμα που μπορεί να είναι ζωντανή γαριδούλα ή κομμάτι της ουράς γαρίδας, που έχει ξεφλουδιστεί κι έχει στερεωθεί καλά πάνω στο αγκίστρι, όπου προτείνεται να είναι Nο 8.

Tο μελανούρι τσιμπά και σε ζύμη, απλή με ψωμοτύρι ή και πιο σύνθετη. Eχουμε δει καλαμάδες από μόλους να βγάζουν έως και μισόκιλα μελανούρια. Σε όλες όμως τις περιπτώσεις το ψάρεμα του μελανουριού χρειάζεται μαλάγρα, όπου θα πρέπει να αποτελείται από τα συστατικά που είναι φτιαγμένη και η ζύμη μας.

Eχουμε δει πολύ καλά αποτελέσματα με δόλωμα και μαλάγρα... μακαρόνια! Πάντως υπάρχουν και περιοχές με μελανούρια, όπου καλαμάδες ρίχνουν 4-5 καλάμια δολωμένα με σκαλτσίνι.

Kείμενο-Φωτογραφίες Νίκος Λυμπερόπουλος

πηγή: etnos.gr

 

Στο λαβύρινθο των... μολυβιών

 

Μολύβια: το απαραίτητο βάρος το οποίο θα μας βοηθήσει να ρίξουμε την αρματωσιά μας στο νερό. Μια τόσο απλή ερμηνεία για το βασικότερο μέρος του εξοπλισμού μας, που πολλές φορές μάς δημιουργεί πονοκέφαλο. Όχι όταν μας έρθει στο... κεφάλι, αλλά όταν ρίξουμε μια ματιά στα ράφια ενός καταστήματος ειδών αλιείας και δούμε τα τόσα πολλά διαφορετικά σχήματα μολυβιών, που -συν τοις άλλοις- θα μας προβληματίσουν για τη χρησιμότητά τους.

 

 

Του Άκη Τηνιακού

 ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ 4 ΚΑΝΤΖΑ ΠΑΙΑΝΙΑ  210 6658793

 
 

Σχέδια απλά και γνώριμα όπως οι σφαίρες, οι ελιές και οι καμπάνες, αλλά και εξωτικά σχήματα όπως οι πυραμίδες, τα αχλάδια... με φτερά, με καρφιά, με ακίδες... δημιουργούν σύγχυση σε όλους όσοι ψάχνουν απλά ένα βαρίδι για να ρίξουν την αρματωσιά τους και που τελικά καταλήγουν να αγοράζουν περισσότερο βάσει της αισθητικής παρά βάσει των αναγκών τους. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, για να δούμε πώς φτάσαμε σε αυτό το σημείο.

Πριν δεκαπέντε χρόνια τα πράγματα ήταν απλά. Τα μολύβια που κυκλοφορούσαν στην αγορά ήταν η κλασική καμπάνα, η διαχρονική ελιά και τα στρογγυλά μολύβια. Δεν υπήρχαν επιλογές για να σκεφτείς τη συγκράτηση, την προσέλκυση, την παραλλαγή ή την αεροδυναμικότητα. Οι πιο ψαγμένοι πειραματίζονταν με τροποποιήσεις ή μετατροπές κάποιων μολυβιών που απευθύνονταν σε άλλες τεχνικές, όπως π.χ. αυτά που ήταν για τσαπαρί και είχαν πιο αεροδυναμικό σχήμα, που τα χρησιμοποιούσαν για να πετυχαίνουν μακρύτερες βολές, ενώ κάποιοι άλλοι πρόσθεταν κάποιο ζυμάρι πάνω στα μολύβια για μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα.

Αυτά ήταν το «κάτι παραπάνω», γιατί τα υπάρχοντα στην αγορά υπερκάλυπταν ήδη τις ανάγκες εκείνης της εποχής, καθώς και ψάρια υπήρχαν πιο κοντά στις ακτές και δεν είχαν γίνει γνωστές όλες αυτές οι καινούργιες τεχνικές, που δημιούργησαν και περισσότερες απαιτήσεις. Σιγά-σιγά τα πράγματα άλλαξαν, τα περιοδικά έφεραν τη «μάθηση» και τα

καταστήματα άρχισαν να στολίζουν τα ράφια τους με διαφόρων λογιών μολύβια.

Αυτή ήταν η αρχή του κακού, καθώς δεν υπήρχε μια σταδιακή μετάβαση για να μπορέσει ο κάθε ψαράς να κατανοήσει τη χρησιμότητα και τις διαφορές των μολυβιών κάθε τύπου. Φτάσαμε λοιπόν στο σημείο πολλοί από εμάς να ψαρεύουμε με μολύβια φωσφόρου την ημέρα, με μολύβια με καρφιά για σκάψιμο της άμμου σε κροκάλες, με μολύβια-άγκυρες σε ήρεμη θάλασσα και απουσία ρευμάτων... και όλα αυτά γιατί δεν γνωρίζαμε ποια ήταν πραγματικά η χρήση τους!

Στο αφιέρωμα αυτό για τους διάφορους τύπους μολυβιών, θα εξετάσουμε τους παράγοντες που τα διαφοροποιούν και καθορίζουν την επιλογή τους, ενώ θα τα ταξινομήσουμε σύμφωνα με τη χρησιμότητά τους και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους. Να τονίσουμε ότι δε θα κάνουμε διαχωρισμό ανάμεσα σε σταθερά και συρόμενα, γιατί αυτό το κριτήριο αφορά μόνο στον τύπο της αρματωσιάς και τις ιδιαίτερες απαιτήσεις μας.

 

Παράγοντες επιλογής

Ο βασικός παράγοντας που επηρεάζει την επιλογή μας είναι η μορφολογία του βυθού. Αμέσως μετά ακολουθούν η απόσταση που θέλουμε να διανύσουν τα μολύβια μας και η συγκράτηση που χρειαζόμαστε, ειδικά σε συνθήκες με κύματα ή έντονα ρεύματα. Υπάρχουν ακόμη άλλοι δύο παράγοντες, που αν και είναι μικρότερης σημασίας σε σχέση με τους παραπάνω, δεν παύουν να είναι αρκετά σημαντικοί. Πρόκειται για τη δυνατότητα προσέλκυσης και την ευκολία επαναφοράς του μολυβιού. Όμως ας τα δούμε όλα αυτά, ένα-ένα, αναλυτικά:

 

1. Τύπος βυθού

Η μορφολογία του βυθού είναι από τους σημαντικότερους παράγοντες που διαμορφώνουν την επιλογή των μολυβιών.

• Σε αμμουδερό βυθό δεν έχουμε περιορισμό, εκτός από τη χρήση του χορευτή (temolino), που θεωρείται άσκοπη. Εξετάζουμε τους υπόλοιπους παράγοντες που θα επηρεάσουν την επιλογή μας.

• Σε αμμοφυκιάδα προτιμάμε εκείνα με μικρά και μεγάλα πτερύγια, που θα το σηκώσουν γρήγορα από το βυθό και θα αποφύγουμε μπλεξίματα με φύκια. Εξαιρείται η περίπτωση που έχουμε έντονο κυματισμό, οπότε θα δώσουμε ιδιαίτερη σημασία στη συγκράτηση.

• Σε μικτό βυθό, αναλόγως του βαθμού δυσκολίας που παρουσιάζει, χρησιμοποιούμε κυρίως μολύβια με μεγάλα πτερύγια. Αν ψαρεύουμε την ημέρα και μπορούμε να σημαδέψουμε τα σημεία με άμμο, χρησιμοποιούμε εκείνα με μικρά πτερύγια.

• Σε βυθό με κροκάλες, επειδή συνήθως αυτοί παρουσιάζουν αρκετά μεγάλο βάθος με παρουσία ρευμάτων, χρησιμοποιούμε άγκυρες με συνδυασμό αποσπώμενου μολυβιού. Μια πιο φθηνή λύση είναι η χρήση της κλασικής ελιάς πάνω στη μάνα.

• Οι βραχώδεις βυθοί είναι οι πιο δύσκολοι. Εδώ βρίσκουν εφαρμογή τα temolino και η χρήση εξαρτημάτων που αποσπούν το μολύβι από την αρματωσιά. Χρησιμοποιούμε φθηνά μολύβια ή γύψινα, γιατί το χάσιμό τους μετά από σκάλωμα θεωρείται βέβαιο. Υπάρχει και το μολυβωμένο σύρμα που μπορεί να χρησιμοποιηθεί, αλλά είναι δυσεύρετο στην Ελλάδα.

 

2. Αεροδυναμικότητα

Όταν μας απασχολεί η απόσταση και θέλουμε να ρίξουμε την αρματωσιά μας πολύ μακριά, η χρήση ενός αεροδυναμικού μολυβιού θα μας δώσει το «κάτι παραπάνω». Τα μολύβια αυτά είναι σε σχήμα τορπίλης ή οβίδας και δέχονται μικρότερη αντίσταση από τον αέρα. Σε μερικά μοντέλα, με αυτά τα σχήματα, υπάρχουν πτερύγια ή άγκυρες που δυστυχώς μειώνουν την αεροδυναμικότητα, αλλά είμαστε αναγκασμένοι να τα χρησιμοποιήσουμε λόγω της μορφολογίας του βυθού ή όταν χρειαζόμαστε καλή συγκράτηση.

Το σχήμα της τορπίλης χρησιμοποιείται στους αγώνες βολών, αλλά πρέπει να τονίσουμε ότι η απόσταση έρχεται, κατά κύριο λόγο, από την τεχνική μας.

 

 

3. Συγκράτηση

Η συγκράτηση είναι ο βασικότερος παράγοντας που πρέπει να μας απασχολεί όταν επικρατεί έντονος κυματισμός ή όταν διαπιστώνουμε παρουσία ρευμάτων.

Τα μολύβια με άγκυρες είναι τα ιδανικότερα γι’ αυτές τις περιπτώσεις και ακολουθούν οι πυραμίδες και οι κώνοι. Οι άγκυρες έχουν συνήθως σχήμα τορπίλης και παρέχουν καλή αεροδυναμικότητα. Υπάρχουν με σταθερά και αναδιπλούμενα άγκιστρα, με τα δεύτερα να έχουν κυριαρχήσει. Κατά τη βολή θέλει προσοχή πού θα ακουμπήσουμε το μολύβι μας, γιατί αν πιαστεί κάπου θα ανοίξουν οι άγκυρες ή -το χειρότερο- μπορεί να σπάσουμε το καλάμι μας.

Οι πυραμίδες και οι κώνοι μάς δίνουν αρκετά καλή συγκράτηση, αλλά υστερούν στην αεροδυναμικότητα. Να τονίσουμε ότι χρειάζεται προσοχή στην επιλογή του βάρους, γιατί τα δύο τελευταία σχήματα φορτίζουν πολύ το καλάμι και υπάρχει κίνδυνος να σπάσει.

Υπάρχει και ένα άλλο είδος μολυβιού σε σχήμα αστεριού, με καλή συγκράτηση, που το χρησιμοποιούσαν στη Γαλλία. Το μειονέκτημα όμως που έχει προέρχεται από το σχήμα του, γιατί είναι αρκετά ογκώδες με πολύ κακή αεροδυναμικότητα.

 

 

 

4. Προσέλκυση

Η προσέλκυση των ψαριών με ένα μολύβι μπορεί να γίνει με τρεις τρόπους: με την οσμή, την όραση και την κίνηση:

• Μέσω της οσμής τα ψάρια προσελκύονται με τη χρήση μολυβιών-μαλαγρωτών. Αυτά υπάρχουν στο εμπόριο και παρέχουν τη δυνατότητα να τοποθετήσουμε μέσα τους κάποιο είδος μαλάγρας. Λόγω του σχήματός τους, είναι υπερβολικά ογκώδη, υστερούν σε αεροδυναμικότητα και σε συγκράτηση. Ενδείκνυται η χρήση τους όταν ψάχνουμε ψάρια κοπαδιάρικα, όπως η μουρμούρα, αλλά και σε αμμουδερούς βυθούς με απουσία κύματος ή ρεύματος.

• Για να προσελκύσουμε τα ψάρια μέσω της όρασης, χρησιμοποιούμε μολύβια που δέχονται στο σώμα τους κάποια φωτεινή πηγή (sialum) ή εκπέμπουν τα ίδια φως λόγω της βαφής που έχουν υποστεί με φωσφορούχα υλικά. Για να ενεργοποιήσουμε τα μολύβια αυτά αρκεί να τα φωτίσουμε με ένα φακό για λίγα λεπτά ή ακόμη καλύτερα να τα αφήσουμε κατά τη διάρκεια της ημέρας στον ήλιο. Χρησιμοποιούνται μόνο κατά τη διάρκεια της νύχτας και το φως που εκπέμπουν προσελκύει πολλά είδη ψαριών.

• Το μολύβι δεν έχει από μόνο του κίνηση και έτσι πρέπει να του την προσδώσουμε εμείς. Αυτού του τύπου τα μολύβια έχουν σχεδιαστεί έτσι ώστε όταν τα τραβάμε σιγά σιγά να σηκώνουν σύννεφα άμμου. Για το λόγο αυτό έχουν στο σώμα τους κάποιες προεξοχές ή καρφάκια που σκάβουν την άμμο και προσελκύουν με αυτόν τον τρόπο τα ψάρια που πλησιάζουν είτε προς αναζήτηση τροφής είτε από περιέργεια. Να τονίσουμε βέβαια ότι τα μολύβια αυτά χρησιμοποιούνται μόνο σε αμμώδεις βυθούς.

 

5. Ευκολία επαναφοράς

Τα μολύβια που έχουν σχεδιαστεί για εύκολη επαναφορά έχουν κοινό γνώρισμα τα «πτερύγια». Δημιουργήθηκαν για να σηκώνονται γρήγορα από τον πυθμένα και να αποφεύγουν έτσι τα διάφορα εμπόδια που θα επέφεραν πιθανά ανεπιθύμητα σκαλώματα. Υπάρχουν σε διάφορα σχήματα και μπορούν να έχουν δύο ή τέσσερα πτερύγια. Τα μολύβια αυτά είναι συνήθως πεπλατυσμένα σε διάφορα σχήματα, όπως ο ρόμβος ή το τρίγωνο, ενώ πτερύγια μπορούμε να συναντήσουμε και στο σώμα μολυβιών τύπου τορπίλης. Τα μολύβια αυτά έχουν διαφορετική συμπεριφορά στην αεροδυναμικότητα και στη συγκράτηση. Στα τύπου τορπίλης έχουμε αναφερθεί, τα σχήματα ρόμβου παρουσιάζουν σταθερή πτήση κατά την ρίψη - με μέτρια όμως συγκράτηση, ενώ τα τριγωνικά έχουν κακή αεροδυναμικότητα με ακρίβεια, όμως, στις βολές.

 

 

Δυστυχώς, όπως διαπιστώνετε και μόνοι σας, η εποχή που παίρναμε μια χούφτα βαριδάκια και πηγαίναμε για ψάρεμα έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Χρειάζεται να έχουμε μια μεγάλη ποικιλία μολυβιών και να επιλέγουμε τα ιδανικότερα. Βέβαια, μόνο αν γνωρίζουμε τον τόπο και τις συνθήκες που θα ψαρέψουμε, θα μπορέσουμε να επιλέξουμε εκ των προτέρων τα μολύβια που θα χρησιμοποιήσουμε ώστε να γλιτώσουμε απότο μεγάλο... βάρος τους!

 

 

 

 

 

Παραλλαγή

Τη σημασία της παραλλαγής των μολυβιών την ανακαλύψαμε από το carp fishing.

Παίζει σπουδαίο ρόλο σε καχύποπτα και επιφυλακτικά ψάρια, όπως π.χ. η τσιπούρα, και μπορούμε να τα αγοράσουμε έτοιμα ή να τα καμουφλάρουμε εμείς.

Στην αγορά δύσκολα βρίσκουμε έτοιμα μολύβια και αυτά προορίζονται για το carp fishing, ενώ πρέπει να προσέξουμε ιδιαίτερα τα χρώματά τους, καθώς δεν ταιριάζουν όλα με τα χρώματα του βυθού της θάλασσας.

Για να τα παραλλάξουμε μόνοι μας θα χρειαστούμε κάποιες ειδικές σκόνες που κυκλοφορούν στο εμπόριο. Η διαδικασία είναι απλή και χρειάζεται να ζεστάνουμε τα μολύβια, να τα βουτήξουμε στη σκόνη και να τα ξαναπεράσουμε από τη φωτιά για να ομογενοποιηθούν.

Το πλεονέκτημα, όταν τα φτιάχνουμε μόνοι μας, είναι ότι μπορούμε να διαλέξουμε όποιο μοντέλο μολυβιού κρίνουμε πως χρειαζόμαστε και να χρησιμοποιήσουμε χρώματα που ταιριάζουν στο βυθό που θα ψαρέψουμε.

 

 

 

 

 

 

 

 Μολύβια για rock fishing

Οι τύποι μολυβιών που είναι κατάλληλοι για rock fishing είναι μόνο δύο, και γι’ αυτό το λόγο έχει επινοηθεί η κατασκευή διαφόρων εξαρτημάτων που απελευθερώνουν την αρματωσιά όταν σκαλώνει το μολύβι στο βυθό.

O γνωστός χορευτής (temolino) είναι το πιο διαδεδομένο, ενώ υπάρχει και το μολυβωμένο σύρμα. Ο χορευτής είναι ένα μολύβι με πλαστική ουρά, που εσωκλείει μέσα της αέρα, για να το κρατάει σε κάθετη θέση με τον πυθμένα. Το μολυβωμένο σύρμα τυλίγεται πάνω στην πετονιά, οπότε εξαιτίας του ελάχιστου όγκου που διαθέτει δε σκαλώνει. Το μειονέκτημά του είναι ότι έχει πολύ μικρό βάρος και έτσι δεν έχουμε δυνατότητα μακρινών βολών. Φυσικά, δεν τίθεται θέμα αεροδυναμικότητας ούτε συγκράτησης για τα δυο μολύβια, γιατί το μόνο που μας απασχολεί σε βραχώδεις πυθμένες είναι οι λιγότερες απώλειες.

Όταν ένα μολύβι τοποθετηθεί σε κάποιο αποσπώμενο εξάρτημα, το πιθανότερο είναι να σκαλώσει και να το χάσουμε. Για την περίπτωση αυτή υπάρχουν, στο εξωτερικό μόνο, μολύβια που έχουν κατασκευαστεί από γύψο που είναι πολύ πιο οικονομικά. Εμείς, προς το παρόν - και εκτός από κάποιες ιδιοκατασκευές, όταν ψαρεύουμε με απελευθερωτές μολυβιού θα χρησιμοποιούμε τις κλασικές καμπάνες ή τα στρογγυλά σταθερά που έχουν και μικρότερο κόστος αγοράς από τα υπόλοιπα μολύβια.

 

 

 

 

Η αξιολόγηση...

 

Αχλάδια  

Αεροδυναμικότητα     Καλή

Συγκράτηση   Μέτρια - Καλή

Τύπος βυθού Αμμώδης ή όταν δεν έχουμε έντονα σκαλώματα.

 

 

Σφαίρες - Οβίδες

Αεροδυναμικότητα     Πολύ καλή

Συγκράτηση   Κακή

Τύπος βυθού Αμμώδης ή σε αγώνες βολών

 

 

Μανιτάρια (τύπου τορπίλης με εσοχή)

Αεροδυναμικότητα     Καλή

Συγκράτηση   Καλή

Τύπος βυθού Αμμώδης - αμμοφυκιάδα

Προσέλκυση  Μέτρια - Καλή

 

 

Άγκυρες

Αεροδυναμικότητα     Καλή

Συγκράτηση   Πολύ καλή

Τύπος βυθού α) Με αναδιπλουμένες ακίδες: Αμμώδης - Αμμοφυκιάδα - Μικτός - Κροκάλες (με αποσπώμενα εξαρτήματα). β) Με σταθερές ακίδες: Αμμώδης ή όταν δεν έχουμε έντονα σκαλώματα.

 

 

Κώνοι

Αεροδυναμικότητα     Μέτρια

Συγκράτηση   Πολύ καλή

Τύπος βυθού Αμμώδης ή όταν δεν έχουμε έντονα σκαλώματα

 

 

 

 

 

Φωτεινής έλξης

Αεροδυναμικότητα     Καλή

Συγκράτηση   Μέτρια

Τύπος βυθού Αμμώδης ή όταν δεν έχουμε έντονα σκαλώματα

Προσέλκυση  Πολύ καλή

 

 

 
Μαλαγρώματος

Αεροδυναμικότητα     Μέτρια

Συγκράτηση   Κακή - Μέτρια

Τύπος βυθού Αμμώδης - Αμμοφυκιάδα

Προσέλκυση  Πολύ καλή

 

 

Κίνησης

Αεροδυναμικότητα     Μέτρια - Καλή

Συγκράτηση   Καλή - Μέτρια

Τύπος βυθού Αμμώδης

Προσέλκυση  Πολύ καλή

 

 

Με πτερύγια

Αεροδυναμικότητα     Καλή

Συγκράτηση   Μέτρια - Καλή

Τύπος βυθού Αμμοφυκιάδα - Μικτός

Ευκολία επαναφοράς Πολύ καλή

 

 

 Temolino

Αεροδυναμικότητα     Κακή - Μέτρια

Συγκράτηση   Κακή

Τύπος βυθού Βραχώδης

Αποφυγή σκαλώματος Πολύ καλή

ραμίδες

Αεροδυναμικότητα     Μέτρια

Συγκράτηση   Πολύ καλή

Τύπος βυθού Αμμώδης ή όταν δεν έχουμε έντονα σκαλώματα

 

 

 
ΤO ΛΥΘΡΙΝΙ  
 
 
 

Το λυθρίνι αποτελεί ένα από τα καλύτερα αλιεύματα για τους περισσότερους «καθετάκηδες»
Η ύπαρξη κάποιων αξιόλογων λυθρινιών στην ψαριά μας σίγουρα τηστολίζει και της δίνει μία άλλη λάμψη. Το λυθρίνι είναι το ψάρι που συνήθως αναδεικνύει τον ικανό ψαρά. Μπορεί σε ένα σκάφος να υπάρχουν αρκετοί ψαράδες και όλοι να βγάζουν διάφορα ψάρια, όμως τα λυθρίνια τα πιάνει μόνο ο τεχνίτης.
Αυτός που ξέρει καλά να χειρίζεται την καθετή και γνωρίζει τις ιδιοτροπίες των ψαριών.
Πρώτα απ' όλα πρέπει να γνωρίζουμε ότι το λυθρίνι είναι ένα εκλεκτικό και μίζερο ψάρι. Για να έρθει κοντά στα δολώματα μας πρέπει να είναι τα καλύτερα και επίσης τέλεια δολωμένα. Επίσης, θα πρέπει τα δολώματα αυτά να τα πρωτοτσιμπήσει το ίδιο και όχι κάποιο άλλο ψάρι. Αν προλάβει και πάει άλλο ψάρι τότε πολύ δύσκολα θα κάνει αυτό τη δεύτερη προσπάθεια. η καχυποψία του συγκεκριμένου ψαριού είναι πολύ ανεπτυγμένη. Θα πρέπει η αρματωσιά να είναι τέτοια και με τον ανάλογο τρόπο κατασκευασμένη που να μην τρομάζει και να δημιουργεί τις λιγότερες υποψίες στα ψάρια.
Το δόλωμα που θα Βάλουμε στο αγκίστρι μας θα είναι ότι εκλεκτότερο. ζωντανή γαριδούλα σκαρτσινάκι Ζωντανό καραβιδάκι, είναι οι πρώτες προτιμήσεις. Στη συνέχεια έχουμε σκουλήκι σαμάρι και σωλήνα, και μετά φρέσκο ψαροδόλι και φρέσκο καλαμαράκι. Τελευταία και αν δεν έχουμε τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουμε κάποιο από τα παραπάνω δολώματα, θα δολώσουμε κατεψυγμένη γαρίδα, σουπιά, καλαμάρι ή κάποιο άλλο μη ζωντανό, φρέσκο δόλωμα.
Ο τρόπος δολώματος πρέπει να είναι αρκετά προσεκτικός ώστε τα ζωντανά  να παραμείνουν ζωντανά στα αγκίστρια μας και να μπορούν να καρφώσουν το ψάρι. Τα υπόλοιπα με τέτοιο τρόπο ώστε να μην υπάρχουν προεξοχές και περισσεύματα ώστε να δείχνει το δολωμένο αγκίστρι μας ένα θαυμάσιο μεζέ.
Όπως αναφέραμε, το λυθρίνι αποφεύγει να τσιμπήσει δεύτερο στα δολώματα μας. Αρα αν πάει θα πάει πρώτο απ' όλα τα υπόλοιπα ψάρια. Αν προλάβουν και τσιμπήσουν άλλα ψάρια τα δολώματα μας, τότε οι πιθανότητες για τσιμπιά λυθρινιού έχουν μειωθεί στο ελάχιστο. Αρα αν δεν καταφέρουμε να πιάσουμε τις πρώτες τσιμπιές στην καθετή μας, τότε καλό είναι να την ανεβάσουμε, να την ξαναδολώσουμε και στη συνέχεια να την ξαναρίξουμε στο βυθό, πανέτοιμοι όμως αυτή τη φορά να «αρπάξουμε» τις πρώτες τσιμπιές. Αυτό είναι άλλωστε ένα από τα μυστικά της επιτυχίας στο ψάρεμα του λυθρινιού. 0 γνώστης, με το που θα πάει κάτω η καθετή έχει πάρει πάνω τα μπόσικα και πρέπει να είναι έτοιμος να καρφώσει με το παραμικρό τσίμπημα. Δεν περιμένει το τσίμπημα αυτό να είναι δυνατό για να καρφώσει. Ένα μικρό ψιλοχαρχάλεμα είναι αρκετό. Αν περιμένουμε να έρθει η καλή τσιμπιά, τότε μπορεί να πιάσουμε από όλα τα υπόλοιπα είδη ψαριών αλλά πολύ δύσκολα το λυθρίνι.
Το λυθρίνι βρίσκεται  πολύ κοντά στο βυθό. Αρα θα πρέπει το δόλωμα μας και συνεπώς το αγκίστρι μας να βρίσκεται πολύ κοντά στο Βυθό ή και να ακουμπάει πάνω. Αυτό το έχουμε διαπιστώσει όλοι όσοι ασχολούμαστε με την καθετή, αφού βλέπουμε να πιάνονται τα λυθρίνια όλα στο κάτω - κάτω αγκίστρι, άντε και καμιά φορά στο δεύτερο. Τα υπόλοιπα αγκίστρια μπορεί να κάνουν κι άλλα ψάρια, αλλά για τα λυθρίνια όχι. Αυτή η διαπίστωση είναι αρκετή για να προσέχουμε ιδιαίτερα το τελευταίο μας αγκίστρι, γιατί αυτό είναι που θα μας δώσει και τα ψάρια. Αρα λοιπόν, έχουμε ένα επιπλέον συμπέρασμα. Μπορεί τα υπόλοιπα αγκίστρια όταν ψαρεύουμε να μην τα δολώνουμε με προσοχή, το αγκίστρι το τελευταίο όμως πάντα το επιθεωρούμε για να είναι τέλειο. Το τελευταίο αυτό αγκίστρι πάντα το δένουμε σε ένα παράμαλο αρκετά πιο μακρύ από τα άλλα. Οι λόγοι είναι δύο. Πρώτον ότι βρίσκεται μακρύτερα από το Βαρίδι και την υπόλοιπη αρματωσιά με συνέπεια να μην φοβάται το ψάρι. Το δεύτερο ότι το δόλωμα έχει περισσότερα περιθώρια να κινηθεί ελεύθερα κι έτσι να φαίνεται σαν κάτι απολύτως φυσιολογικό στο ψάρι, ώστε να μην το φοβίσει και να μην το κάνει να το υποπτευθεί. Το μέγεθος του αγκιστριού είναι ανάλογο με τα ψάρια που αναζητάμε. Το σχήμα του συνήθως είναι πλακέ, αλλά και παπαγαλάκι να χρησιμοποιήσουμε ή λίγο στραβό κάνει θαυμάσια τη δουλειά του, αφού το λυθρίνι το πιάνουμε με το κάρφωμα. Αυτό που μετράει στο αγκίστρι μας είναι να έχει πολύ κοφτερή ακίδα.
Η ακίδα είναι το άλφα και το ωμέγα γι αυτό προτιμούμε πάντα τα καλής ποιότητας και συνήθως ακριβότερα αγκίστρια.
Η πετονιά που δένουμε τα παράμαλλα μας πρέπει κι αυτή να είναι καλής ποιότητας για να μην στρίβει ή κατσαρώνει αλλά και να μην κόβεται στον κόμπο. Επειδή συνήθως χρησιμοποιούμε πολύ λεπτές πετονιές για να μην φαίνονται, αυτός είναι κι ένας επιπλέον λόγος να είναι καλής ποιότητας αυτή η πετονιά και fluorocarbon (αόρατη) ή fluorocarbon coated. Συνήθως είναι No 25 για ρηχά και No 30 για τα Βαθιά. Το ρηχά και βαθιά το αναφέρουμε γιατί όσο πιο βαθιά κατεβαίνει η καθετή μας, τόσο περισσότερο στρίβουν τα παράμαλλα μας, άρα χρειαζόμαστε  πιο χοντρή πετονιά.
Η μάνα τώρα της αρματωσιάς, θα είναι ανάλογη. Αν έχουμε No 25 παράμαλο, τότε η αρματωσιά θα είναι 30 ή 35. Αν το παράμαλο είναι 30, τότε η αρματωσιά No 35 ή 40. Ο αριθμός των παράμαλων είναι ανάλογος με το αν αναζητούμε κι άλλα ψάρια εκτός από λυθρίνια ή μόνο λυθρίνια. Αν αναζητούμε μόνο λυθρίνια, τότε δύο
παράμαλα είναι αρκετά, ενώ αν αναζητούμε κι άλλα ψάρια προσθέτουμε τρίτο ή και τέταρτο. Το τελευταίο παράμαλο είναι πάντα μακρύτερο από τα υπόλοιπα, έτσι ώστε να ξεπερνάει το Βαρίδι. Το μήκος του τελευταίου αυτού παράμαλου μπορεί να ξεπερνάει και το μισό μέτρο, ενώ τα υπόλοιπα έχουν το συνηθισμένο μήκος για καθετή. Τα παράμαλα για να μην στρίβουν πάνω στην υπόλοιπη αρματωσιά, τα συνδέουμε συνήθως με τις ειδικές χάντρες σύνδεσης παράμαλου - αρματωσιά. Το βαρίδι που χρησιμοποιούμε καλό είναι να έχει στριφτάρι για να μην στρίβει την πετονιά. Όσο πιο μικρό είναι, τόσο και πιο καλά καταλαβαίνουμε τα τσιμπήματα του λυθρινιού, μόνο που έχει το μειονέκτημα ότι αργεί να κατέβει. Αν δεν έχει ρεύμα, τότε είναι καλό.
Αν έχει, τότε πρέπει αναγκαστικά να χρησιμοποιήσουμε λίγο μεγαλύτερο. Επίσης, εκεί που τελειώνει η αρματωσιά και πρέπει να συνδεθεί με την κυρίως πετονιά, πρέπει να υπάρχει ένα ακόμα στριφτάρι. Το πάχος που θα έχει αυτή η κυρίως πετονιά, από το στριφτάρι και πάνω, ποικίλει από No 40 έως και 60 ή και ακόμα μεγαλύτερο. Γιατί υπάρχει αυτή η ποικιλία πιστεύω να το καταλαβαίνετε.
Έχοντας πάντα σαν αρχή και κανόνα ότι όσο πιο ψιλή είναι η πετονιά, τόσο καλύτερα καταλαβαίνουμε τα τσιμπήματα και τόσο δεν μας εμποδίζει το ρεύμα.
Όμως όταν το Βάθος είναι μεγάλο και χρειαζόμαστε ασφαλώς και μεγαλύτερο Βαρίδι για να κατέβει στο Βυθό η καθετή μας, δεν μπορούμε εκεί να χρησιμοποιήσουμε λεπτή πετονιά, πρώτα για να μην κόβει τα χέρια και δεύτερον για να μην κόψει από το Βάρος του μολυβιού, του ρεύματος και των ψαριών που θα ανεβάζουμε. Έτσι, εκεί αναγκαζόμαστε να αυξήσουμε το πάχος όχι μόνο στην κύρια πετονιά, αλλά και στην αρματωσιά μας. Αρα Βάθος που ψαρεύουμε και πάχος πετονιάς πηγαίνουν μαζί.
Την πετονιά αυτή την έχουμε τυλιγμένη συνήθως σε ένα μεγάλο φελό ή σε καρούλι με αρκετά μεγάλη διάμετρο.
Αλλα απαραίτητα εφόδια και γνώσεις για το συγκεκριμένο ψάρεμα του λυθρινιού με καθετή είναι ο τόπος όπου υπάρχουν αυτά τα ψάρια. Συνήθως το λυθρίνι ζει σε τραγάνα, λασποτραγάνα και πράσινο μαρουλάκι. Ο βυθός με τραγάνα είναι ο καλύτερος για το ψάρεμα μας κι αυτός που πρώτα αναζητούμε και στη συνέχεια ακολουθούν οι άλλοι δύο. Εδώ δεν πρέπει να ξεχνάμε και τις αποχές σε απότομους και κοφτούς κάβους ή τις αποχές ξερών. Αυτά τα τελευταία κομμάτια μπορεί να δίνουν λίγα λυθρίνια αλλά πολύ μεγάλα σε μέγεθος. Επίσης, ο κάθε τόπος έχει και το δικό του μέγεθος ψαριών. Αλλοι τόποι είναι που βαστούν τα μεγάλα λυθρίνια και άλλοι τα μικρότερα. Κάποιο φαινόμενο που σίγουρα έχετε διαπιστώσει όσοι ασχολείστε με το ψάρεμα των λυθρινιών. Η γνώση κάποιου τόπου με μεγάλα λυθρίνια είναι αρκετά σημαντικός παράγοντας επιτυχίας σε αυτό το ψάρεμα. Οι ώρες που ψαρεύουμε είναι συνήθως οι πρώτες πρωινές και οι απογευματινές για τα ρηχά κομμάτια, ενώ στα βαθιά μπορούμε να αναζητήσουμε τα λυθρίνια και τις υπόλοιπες ώρες με αρκετά μεγάλη επιτυχία. Προτιμούμε να τα ψαρεύουμε πάντα αρόδου χωρίς να ρίξουμε άγκυρα για να δοκιμάζουμε αλιευτικά μεγαλύτερη έκταση, φτάνει όμως αυτό να το επιτρέπουν οι υπάρχουσες καιρικές συνθήκες και καταστάσεις που επικρατούν τη συγκεκριμένη μέρα.


Επιμέλεια άρθρου: Πανταλάκης, Στέφανος

πηγή: captainhookavala.gr

 
 
 
 
 
ΨΑΡΕΜΑ ΣΤΗΝ ΑΜΜΟ
 
 
 Του Κωνσταντίνου Καλογήρου

    Βρισκόμασταν στα μέσα του Απρίλη και ένας γεμάτος 5ρης νοτιοδυτικός ήταν η αφορμή για ένα ολονύχτιο ψάρεμα που έλαβε χώρα σε παραλία της Λάρνακας. Βλέπετε τέτοιες ευκαιρίες για ψαρέματα με τόσο δυνατό αέρα είχαμε πολλές κατά τη διάρκεια του χειμώνα, αλλά όσο προχωρούμε στο καλοκαίρι οι πιθανότητες να έρθουμε αντιμέτωποι με τέτοιες συνθήκες μειώνονται αισθητά. Όταν βρούμε τέτοιες συνθήκες ένα πολύ ενδιαφέρον ψάρεμα  που μπορούμε να κάνουμε είναι το ψάρεμα του σορκού σε αμμώδεις παραλίες, οι οποίες κάπου εκεί κοντά έχουν βράχια και πλάκες. Σε έντονο κυματισμό ο σορκός εγκαταλείπει τις φωλιές του στο βράχο και πλησιάζει την ακτή, ψάχνοντας στην άμμο για μικροοργανισμούς οι οποίοι παρασύρονται από το κύμα και γίνονται εύκολη λεία για τον λαίμαργο σορκό.

   

 
 Πολλές φορές μπορεί να εκπλαγούμε αφού οι πλάκες μπορεί να βρίσκονται χιλιομέτρα μακριά αλλά εμείς να πιάνουμε σορκούς σε αμμώδεις παραλίες. Βασική προϋπόθεση ο δυνατός κόντρα καιρός. Έτσι λοιπόν γνωρίζοντας αυτά τα λίγα για τον σορκό, ετοίμασα από το σπίτι αρματωσιές κατάλληλες για ψάρεμα σε τέτοιες συνθήκες, τις οποίες θα δούμε αναλυτικά αργότερα. Αφού τελείωσα με τις σχετικές προετοιμασίες ξεκίνησα για το προκαθορισμένο σημείο, με σκοπό να φτάσω εκεί πριν χαθεί και το τελευταίο φως. Η ώρα είναι 19:00 και φτάνωντας στο σημείο αντικρίζω μια ταραγμένη θάλασσα με τα κύμματα να χτυπούν με μανία την άμμο και να ασπρίζουν, δημιουργώντας ένα γόνιμο κανάλι γεμάτο μικροοργανισμούς πίσω τους.

    Ώρα 19:30 και έχω ήδη ρίξει και τα τρία καλάμια μου, 2 με σταθερά μολύβια και δύο κοντά παραμαλλάκια, και ένα με συρόμενο μολύβι και μακρύ παράμαλλο. Στα καλάμια με το σταθερό βαρίδι χρησιμοποίησα κυκλικά αγκίστρια της owner, ενώ στο συρόμενο σύστημα έβαλα αγκίστρι τύπου aberdeen της mustad, κατάλληλο για ζωντανά σκουλίκια. Από δολώματα είχα μαζί μου ακροβάτη και αμερικάνο. Δεν περάσαν πέντε λεπτά και βλέπω το ακριανό καλάμι να λυγίζει ελαφρά τη μύτη του και να επανέρχεται απότομα πίσω...Χμμμμ...σταθερό βαρίδι, που σημαίνει πως ότι και να βρίσκεται στην άλλη άκρη, το βαρίδι έκανε τη δουλειά του και κάρφωσε από μόνο του το ψάρι... Παίρνω το καλάμι στο χέρι και καρφώνω ελαφριά. Ένα περίεργο τράβηγμα σε συνδιασμό με κάποια φύκια που μπλέκτηκαν στην μισίνα δεν με άφηνουν να καταλάβω την ταυτότητα του ψαριού. Δεν αργεί να έρθει έξω μια μικρή βιόλα προς απογοήτευση μου, αφού έλπιζα σε κάτι καλύτερο. Προσεκτική απαγκίστρωση και το ψαράκι κολυμπά ελεύθερο και πάλι.

    Από αυτή τη στιγμή και μέχρι τις 20:30 τα τσιμπήματα ήταν ασταμάτητα και έπερνα συνέχεια μικρούς σορκούς και μουρμουράκια τα οποία απελευθερώνονταν αμέσως. Κατά τις 21:00 παρατηρώ τη μισίνα του πρώτου μου καλαμιού να είναι αρκετά χαλαρή. Το βαρίδι των 150 γραμμαρίων ήταν μεγάλο για να το παρασύρει το κύμα, οπότε κάτι άλλο γίνεται εδώ... Το καλάμι στο χέρι και αμέσως νιώθω κάποια τραβήγματα απέναντι μου. Κάρφωμα και το ψάρι μοιάζει καλό. Προσεκτική πάλη και ένα σορκός γύρω στα 300 γραμμάρια βρίσκεται στα χέρια μου, το πρώτο αξιόλογο ψάρι της νύχτας. Το κυκλικό αγκίστρι έκανε σωστά τη δουλειά του.

    Μέχρι τα μεσάνυχτα άλλοι 5 μικρότεροι σορκοί προστέθηκαν στην παρέα, ενώ τα τσιμπήματα δεν σταμάτησαν καθόλου. Τα καλάμια με τα σταθερά μολύβια δούλεψαν άψογα, σε αντίθεση με το συρόμενο που ενώ έπερνε τσιμπήματα δεν κάρφωνε τα ψάρια. Αποκορύφωμα ένα πολύ δυνατό τσίμπημα το οποίο τράβηξε 2 μέτρα μισίνα αλλά για μια ακόμη φορά το ψάρι έκανε φτερά. Έπρεπε να βρω τι έφταιγε, και τελικά δεν ήταν τόσο δύσκολο. Ήταν σαφώς η επιλογή της αρματωσιάς. Ίσως ένα από τα πιο λεπτά σημεία που χρίζουν ιδιαίτερης προσοχής. Τα κυκλικά αγκίστρια σε συνδιασμό με σταθερά μολύβια πλεονεκτούν σε σχέση με το συρόμενο σύστημα σε συνθήκες έντονου κυματισμού, αφού καρφώνουν το ψάρι από μόνα τους. Επίσης τα κυκλικά αγκίστρια θα αποτρέψουν τον σορκό να τα καταπιεί, και θα  καρφωθούν με δύναμη στα χείλη τους. Έτσι δεν θα κινδυνεύσουν οι μισίνες μας από τα κοφτερά τους δόντια.

    Η ώρα 00:30 ήρθε ο κ.Μιχάλης για παρέα αφού τελείωσε από την δουλειά πριν λίγο και ρίχνει με τη σειρά του 2 καλάμια. Δεν περνά λίγη ώρα και ένα δυνατό τσίμπημα με αναγκάζει να τρέξω προς το καλάμι. Ένας ακόμη όμορφος σορκός τως 400γραμμαρίων τσίμπησε σε ολόκληρο αμερικάνο, ένα δόλωμα που είχε πεθάνει και βρωμούσε. Αυτό το τσίμπημα μας έβαλε σε σκέψεις και πλέον αντί να δολώνουμε ζωντανό αμερικάνο, δολώναμε ψώφιο ο οποίος λόγο μυρωδιάς προσέλκυε καλύτερα τους σορκούς σε τόσο θολά νερά. Ο ζωντανός δουλεύει καλύτερα σε καθαρά νερά λόγω της κίνησης του, κάτι που δεν ισχύει σε νύχτες με ταραγμένη θάλασσα όπου τα ψάρια βρίσκουν την τροφή τους ακολουθόντας τις μυρωδιές. Η κίνηση αυτή ήταν σωστή και ο αμερικάνος απέδωσε άλλους 2 καλούς σορκούς μέχρι τις 03:00 από 300-400γρ. Δεν θα πέρασαν 20 λεπτά όταν ήρθε  η σειρά του κ.Μιχάλη να βγάλει τον πρώτο του σορκό, ένα πολύ όμορφο ψάρι γύρω στα 350γρ.

    Τόσους πολλούς και ‘εύκολους’ σορκούς δεν είχαμε ξαναπάρει. Ψαρεύαμε σε άμμο, χωρίς σκαλώματα, χωρίς συνεχείς αλλαγές παραμάλλων και πέρναμε τον ένα σορκό μετά τον άλλο. Ένα περίεργο φαινόμενο ήταν πως παρόλο που ψαρεύαμε σε έναν από τους καλύτερους μουρμουρότοπους δεν πιάσαμε ούτε μια μουρμούρα σεβαστού μεγέθους για να κρατήσουμε. Παρόλα αυτά, όλα κυλούσαν ήρεμα και  ωραία, όταν κατά τις 04:00 ένα καλό τράβηγμα κάνει τον Μιχάλη να πάρει το καλάμι στο χέρι. Ένα ακόμη δυνατό τράβηγμα και αμέσως κάρφωμα. Το καλάμι βαρύ και το ψάρι στην άλλη άκρη της μισίνας παλεύει για την ζωή του. Φτάνωντας κοντά μας,  βλέπουμε ένα ψάρι μακρύ, το οποίο προς στιγμή περάσαμε για λαυράκι. ‘Επιτέλους, κάτι να αλλάξει η μονοτονία’, λέω από μέσα μου. Τι ήθελα και το είπα...!!! Ένα κουνελλόψαρο βγαίνει στην ακτή, διαλύοντας τις ψευδαισθήσεις για κάτι καλό. Και σαν να μην έφτανε αυτό, τα υπόλοιπα του κοπαδιού άρχισαν να κόβουν συνέχεια αρματωσιές και παράμαλλα.      

    Πριν το ρολόι δίξει 05:00 φεύγαμε από τη θάλασσα, ικανοποιημένοι από την ψαριά μας, απογοητευμένοι όμως βλέπωντας πως τα κουνελλόψαρα πλησίασαν πολύ τις ακτές μας και πλέον τσιμπούν ακόμη και νύχτα. Ίσως το μαλάγρωμα που προηγήθηκε τις 2 προηγούμενες μέρες να τράβηξε τα ψάρια αυτά κοντά μας. Όμως αν δεν μαλαγρώναμε ίσως να μην πέρναμε τους σορκούς, οπότε χαλάλι τα κουνελλόψαρα και τα παράμαλλα που χάσαμε. Ένα ακόμη ψάρεμα έφτασε στο τέλος του. Αυτό που κρατούμε είναι το πόσο ωραίο και αποδοτικό είναι το ψάρεμα του σορκού σε έντονο κυματισμό σε αμμώδεις παραλίες. Δοκιμάστε το και εύχομαι σε όλους καλές σορκοψαριές σε μουρμουρίσιους τόπους...!!!

 
 
 
ΨΑΡΕΜΑ ΣΤΗΝ ΚΟΣΤΑ ΡΙΚΑ ΓΙΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ
 
IN 1997 THERE WAS AN EL NINO YEAR WHERE THE WEATHER WAS ALL SCREWED UP AND THE FISHING WAS INSANE IN FLAMINGO CR, THIS SUMMER IS THAT TIME AGAIN FOR INSANE TUNA, BILL FISH, AND MAHI MAHI, ALSO ROOSTERFISH!!!!!!!!!!!!! COMMON DOWN AND GET THAT TROPHY OR FILL THAT COOLER WITH "THE TRIGGER ;)"
 
 
 
ΨΑΡΕΜΑ ΣΤΗΝ ΣΑΛΑΜΙΝΑ
 
Η τσιπούρα 500γρ.στην Σαλαμίνα με το Nautil και με το icarus